MathJax

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα στόριζ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα στόριζ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 14 Μαΐου 2015

δε ρίαλ θινγκ

- Τί έγινε ρε μαλάκα Τάκη και με τρέλανες στα τηλέφωνα το μεσημέρι; Κοιμόμουνα.
- Που να στα λέω ρε φίλε...
- Τί ρε μαλάκα Τάκη;
- Είδα την πρώην μου ρε μέσα στο σούπερ μάρκετ.
- Καλά ανισόρροπος είσαι ρε μαλάκα; Νόμιζα ότι έπαθες κάτι τόσες φορές που πήρες, ότι τράκαρες.
- Τρελός είσαι ρε; Χτύπα ξύλο. 
- Να χτυπήσω ρε Τάκη αλλά είσαι πέρα για πέρα μαλάκας.
- Τι χτυπάς το γραφείο σου ρε, αυτό είναι λαμινέιτ. Βρες κανά αληθινό ξύλο να χτυπήσουμε μη τρακάρω αύριο μεθαύριο και φταίει η τσιγκουνιά σου.

Δευτέρα 26 Μαΐου 2014

τα ρίχτερ

'Το νιώσατε κι εσείς ρε παιδιά;'
'Τί πράμα;'
'Να, τώρα δα. Τώρα, τώρα, τώρα! Δεν κούνησε;'
'Τί λες ρε Δημήτρη;'
'Κούνησε ρε παιδιά σας λέω! Κοιτάτε τη λάμπα! Να, να, κουνιέται! Σεισμός!'
'Πολιτικός είναι ο σεισμός παιδιά! Έρχεται η ανατροπή!'
Τα υπόλοιπα μέλη της εφορευτικής επιτροπής αγνόησαν τον γραφικό ψηφοφόρο που προτίμησε να ανασύρει μια κλισεδιάρικη φράση από τα, μάλλον ρηχά, βάθη της μνήμης του και επικεντρώθηκαν στο ταβάνι του 132ου δημοτικού σχολείου του Δήμου Θεσσαλονίκης. Η λάμπα χόρευε ακατάστατα, σχεδόν όσο ακατάστατο ήταν και το πάτωμα κάτω από τα παραβάν από τα περίσσια ψηφοδέλτια.
'Καλά λέει ο Δημήτρης ρε παιδιά! Σεισμός!' 
Οι περισσότεροι πήραν το βλέμμα από το ταβάνι και το στύλωσαν στον κύριο Δημήτρη, πρώτη φορά μέλος εφορευτικής επιτροπής, που ήταν σεισμολόγος. Ο κύριος Δημήτρης ήξερε ακριβώς τι έπρεπε να κάνει.

Δευτέρα 5 Μαΐου 2014

έξω από την τράπεζα

"Σιγά μωρέ, γιατί να το παρκάρω καλύτερα, νταλίκα χωράει να περάσει"
Είπε σαν απάντηση στον ταξιτζή που είχε παρκάρει λίγο παρακάτω. Το κεφάλι της βγήκε από το παράθυρο του οδηγού αλλά φαινόταν περισσότερο ζορισμένο όταν ανέβαζε το παράθυρο παρά όταν φώναζε. Η δύναμη της συνήθειας μάλλον.

Πέμπτη 21 Μαρτίου 2013

έρωτας

Μιά φορά κι' ενα καιρό, ήταν ένας μισάθρωπος που φοβόταν τον κόσμο όλο. Κάποτε γνώρισε μιά μισάθρωπο, που φοβότανε κι' αυτήν τον κόσμο όλο. Αγαπήθηκαν τρελά. Κι' έγιναν τα δυό μισά σε ένα, έγιναν ένας μισάθρωπος, που φοβότανε τον κόσμο όλο. Και ζήσανε αυτοί σκατά κι' εμείς καλύτερα.

Δευτέρα 11 Φεβρουαρίου 2013

η αυτοπεποίθηση

Την παρατήρησα πολύ πριν της την πέσει αλλά αρκετά αργότερα από τη στιγμή που παρατήρησα αυτόν. Κι αυτό ήταν το λογικό μιας και αυτός είναι 2.07 κι αυτή ίσα που κατάφερνε και με τη βοήθεια τακουνιών, αν και δεν τα έβλεπα ήμουν σίγουρος, να σταθεί στο ήδη μέτριο ύψος των γυναικών της παρέας της. Ακόμη κι αν κάποιος δεν ήξερε πως ο ψηλός ήταν πέρσι πρωταθλητής Ευρώπης με την ομάδα του στο μπάσκετ σίγουρα θα τον παρατηρούσε πρώτο λόγω του ύψους. Στεκόταν πολύ μακριά από εκει που στεκόμουν εγώ και αυτή, στο ακριβώς διπλανό τραπέζι μου, αλλά ούτε η απόσταση ούτε ο ασφυκτικά στριμωγμένος κόσμος που τους χώριζε τον εμπόδισαν. Τα προσπέρασε όλα και έφτασε δίπλα της στιγμές μόνο αφού το αποφάσισε.

Εκείνη στεκόταν όρθια σε μια ισόβια προσπάθεια να πιαστεί από τις δηλώσεις της γιαγιάς της που αναρωτιόταν, κάθε φορά που την προέτρεπε να κάτσει κι αυτή αρνιόταν, αν ήθελε να ψηλώσει. Αν και η παρέα της είχε κλείσει τραπέζι με καναπέ αυτή προτιμούσε το όρθιο, αδιαφορώντας για το στριμωξίδι κάτι που ήταν εμφανές για τον χαρακτήρα της από τον τρόπο που το στήθος της ήταν στοιβαγμένο μέσα στο εσώρουχό της. Με αδιάφορο πρόσωπο, σώμα που ποτέ δεν κατάφερα να παρατηρήσω λόγω του κόσμου, μαλλιά πιασμένα αλογοουρά και το πιο ψεύτικο χαμόγελο από οποιαδήποτε κούκλα βιτρίνας που είχε για ντεκόρ το μαγαζί. Κι όμως.

Είχε έναν περίεργο αέρα ολόγυρα της. Τον αέρα της αυτοπεποίθησης λόγω άγνοιας, τον αποτελεσματικότερο συνδυασμό μιας και αν συμβεί μια στιγμή κάποτε, διαιωνίζεται και αυτοτροφοδοτείται. Ο τρόπος που στεκόταν, ο τρόπος που σκάναρε σε τακτά χρονικά διαστήματα τον χώρο με τον ίδιο τρόπο που κάποιος θα σκάναρε την σελίδα του στο φέισμπουκ γνωρίζοντας εκ των προτέρων πως δεν θα βρει κάτι το ενδιαφέρον, ο τρόπος που κρατούσε στο ίδιο χέρι, χρησιμοποιώντας μάλιστα μερικά δάχτυλα και για τα δύο, το τσιγάρο της και το ποτήρι με το κρασί, ο τρόπος που αργούσε να ανταποκριθεί στα σκουντήματα των φίλων της όταν θέλανε να της μιλήσουν σαν να τους έλεγε πως πρέπει να προσπαθήσουν για να την προσεγγίσουν ακόμη και για κάτι τόσο ασήμαντο. Το ύφος της με το φυσικό παρουσιαστικό της ήταν δυο πράγματα ασύμβατα. Επαψα να έχω μπροστά μου μια κοπέλα, είχα πλέον ένα ποτήρι σε μέγεθος γυναίκας, γεμάτο μέχρι τα χείλη νερό και λάδι, μια ανομοιογενή μάζα που συγκρατείται μαζί από κάποιες δυνάμεις πέρα από την φυσική τους ασυμβατότητα. Αν το νερό ήταν η εμφάνιση της και ο αέρας της το λάδι τότε το ποτήρι είχε-δεν είχε δυο δάχτυλα νερό.

Ηρθε χωρίς να τον περιμένει. Της μίλησε αρκετή ώρα, τόση ώστε να αρχίσει να τρίβει το λαιμό της κάθε λίγο που από την γωνία που έπρεπε να πάρει για να φέρει τα μάτια της στην ίδια ευθεία με τα δικά του, είχε αρχίσει να πονάει. Εκείνος προσπαθούσε ξοδεύοντας αφειδως όλα τα μέσα που διέθετε να την κάνει να τον ακολουθήσει σε μια από τις συνεχόμενες προτάσεις του ή έστω να καταφέρει να πάρει τον αριθμό της. Ήταν προφανές πως ο τύπος δεν το κατείχε. Βέβαια αντικειμενικά δεν κατείχε και την τέχνη του μπάσκετ αλλά κατάφερε εν τέλει όχι μόνο να ζει από αυτό αλλά και να δοξαστεί. Αυτη τη φορά όμως δεν ήταν τόσο τυχερός ούτε κατάφερε να δημιουργήσει εντυπώσεις. Η ανικανότητά του φάνηκε και η ήττα ήταν αναμενόμενη. Αποφάσισα να του μιλήσω. Μόλις πέρασε δίπλα μου στον δρόμο για την τουαλέτα του έπιασα το μπράτσο, σηκώθηκα στις μύτες και έφτασα κοντά στο δεξί του αυτί.

- Ρε φίλε, τι κατάλαβες τώρα; Πήγες, της είπες ποιος είσαι, της την έπεσες και το μόνο που καταφέρες ήταν να την ψωνίσεις παραπάνω την πατσαβούρα για να κάνει τη δύσκολη σε όλους μετά. Μαλακία.
- Στ´ αρχίδια μου.

Κυριακή 20 Ιανουαρίου 2013

η λίστα

Με το που επέστρεψαν στο σπίτι σωριάστηκε πάνω στην αναπαυτική καρέκλα του σαλονιού. Εκείνος συνέχισε χωρίς να σταματήσει δευτερόλεπτο για την κρεβατοκάμαρα. Εκείνη παρατήρησε πως πάνω στη φούρια του δεν έκλεισε την πόρτα και εγκατέλειψε την βολική της στάση στην φιλόξενη πολυθρόνα για να την κλείσει. Το διαμέρισμα ήταν ήδη κρύο και το μόνο που τους έλειπε τώρα ήταν να κρυώσει ακόμη περισσότερο λόγω του αέρα που θα έμπαινε. Η πόρτα έκλεισε κι εκείνη προσπάθησε να αποφασίσει τι ήταν αυτό για το οποίο υπέφερε περισσότερο: τα πόδια της λόγω των τακουνιών ή η νύστα από το ξενύχτι. Τελικά αποφάσισε πως έφταιγαν μόνο τα τακούνια ενώ τα τίναζε με δύναμη μακρυά από τα πόδια της. Η επιλογή της ήταν σοφή. Διάλεξε αυτό για το οποίο θα μπορούσε να βρει άμεσα λύση. Η νύστα προβλεπόταν να μείνει τουλάχιστον για 2 ακόμη ώρες στα μάτια της.

Η διαδικασία ήταν γνωστή. Έπρεπε να πάρει το κινητο της και να δει κατα σειρά: μηνύματα, καινούργιες φωτογραφίες, τυχόν νέες επαφές. Είχε ένα εξωφρενικά τεράστιας χωρητικότητας μνημονικό που μπορούσε να χωρέσει όλες τις επαφές της -αυτές που ενέκρινε ο ίδιος τουλάχιστον- ώστε όποτε έβλεπε κάτι που περίσσευε (ακόμη και επαφή θηλυκού) να ζητάει εξηγήσεις. Χρόνο τον οποίο γνωρίζονταν, μέρος στο οποίο γνωρίστηκαν και κοινό φίλο τον οποίο θα μπορούσε να ρωτήσει για μια δέυτερη γνώμη. Δεν γινόταν και πολύ συχνά η ανάκριση για επαφή αλλά όταν συνέβαινε ήταν βίαιη και ιδιαίτερα οδυνηρή και για τους δύο. Οι φωτογραφίες ήταν ίσως η καλύτερη απόδειξη ενοχής. Στα 11 χρόνια σχέσης τους ποτέ δεν βρήκε ύποπτες φωτογραφίες αλλά για όλα υπήρχε μια πρώτη φορά. Αυτή η αντίληψη τον έσπρωχνε να συνεχίζει τις έρευνες όποτε θεωρούσε εκείνος ότι χρειαζόταν, ακόμη κι όταν, αποδεδειγμένα μέσω των ίδιων των ματιών του, το κινητό της δεν τράβηξε ούτε μια φωτογραφία. Όταν εκείνος έφτασε με την λίστα στο χέρι εκείνη είχε ήδη προλάβει να καθίσει στην πολυθρόνα όπως ακριβώς θα καθόταν μια άγνωστη επισκέπτρια εγκαταλείποντας την βολική στάση που είχε πλέον για τα καλά συνηθίσει. Είχε παρατηρήσει πως όσο πιο υπάκουη ήταν τόσο γρηγορότερα τελείωναν. Αφού της έδωσε την λίστα, διπλωμένη στη μέση, άρχισε να της μιλάει.

- Το είδα ότι σας τράβηξαν κοινή φωτογραφία. Από δω και πέρα κάθε φορά που θα συναντιόμαστε με αυτόν θέλω να βλέπω το τηλέφωνο σου. Δεν φτάνει μόνο να τις σβησω αν τις έχεις. Πρέπει να εξαλείψω κάθε πιθανότητα να τις πάρεις πίσω. Με ποιον έμοιαζε; Σου θυμίζει κάποιον ιδιαίτερο; Δεν θέλω να βλέπεις ούτε και αυτόν. Παρατήρησα ότι κάθε φορά που έπινες από το ποτό σου έπινε κι εκείνος από το δικό του. Από δω και πέρα θέλω να βλέπεις πότε πίνει το ποτό του και μόλις το αφήνει τότε να πίνεις κι εσύ αν θες. Θέλω να προσέχεις πως θα χορεύεις. Εκανε τις ίδιες χορευτικές φιγούρες μ´ εσένα κι εσύ συνέχισες. Να μη ξαναγίνει σε παρακαλώ. Τώρα ξεκίνα να διαβάζεις.

Το διπλωμένο χαρτί βρισκόταν ήδη στα χέρια της αλλά έμοιαζε σαν να είχε σαστίσει. Ήταν τόσο νυσταγμένη που το μυαλό της δεν μπορούσε να συντονίσει τα χέρια της ώστε να ανοίξουν το χαρτί. Εμεινε ασάλευτη κοιτάζοντας το σαν μια θυρίδα σε επτασφράγιστο χρηματοκιβώτιο που για να ανοίξει απαιτούσε ή τις εξωφρενικές ικανότητες ενός επαγγελματία κλέφτη ή τον ίδιο τον κωδικό. Εκείνος το κατάλαβε αλλά δεν την βοήθησε. Την διέταξε.

- Άνοιξε το.

Σαν από κάποιον αόρατο σπάγγο τα χέρια της κινήθηκαν και ξεδίπλωσαν το χαρτί. Το μόνο που διαχώριζε το παγωμένο πάτωμα από τις πατούσες της ήταν το καλσόν της και δεν έκανε την καλύτερη δουλειά. Η κρύα ατμόσφαιρα του σαλονιού είχε τρυπώσει μέσα στο ολόσωμο μαύρο φόρεμά της και κατέβαλε πολύ μεγάλη προσπάθεια για να μην τρέμει. Ακούμπησε τους καρπούς της στα γόνατα. Τα ντελικάτα της δάχτυλα κρατούσαν τη λίστα μπροστά στα νυσταγμένα μεγάλα πράσινα μάτια της που, χωρίς να τα εμποδίζουν τα μακρυά κατάμαυρα μαλλιά της επειδή την μέρα εκείνη τα είχε μαζέψει κοτσίδα, άρχισαν να περπατάνε στο χαρτί. Η συνήθως βραχνή ερωτική φωνή της την προδίδει. Σταματάει. Συνεχίζει. Για άλλη μια φορά χωρίς αποτέλεσμα. Για άλλη μια φορά χρειάστηκε κίνητρο.

- Διάβασε το.
- 2 Ιανουαρίου του 2002, είμαι μόνη στην τάξη γιατί είμαι επιμελήτρια. Ο γείτονας μου ο Βασίλης έρχεται για να μου μιλήσει ενώ του το είχα απαγορεύσει πολλές φορές. Τον βλέπεις και τον διώχνεις μακρυά με τρόπο που του δείχνει πως αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που θα με ενοχλούσε.

3 Μαρτίου του 2003, ανακοινώνεται ο προορισμός και η τιμή του εισιτηρίου για την πενθήμερη. Εκείνη την περίοδο ο πατέρας μου έψαχνε για δουλειά και τα λεφτά που έβγαζε η μαμά μου ίσα που μας έφταναν για τα έξοδα. Μου πλήρωσες όλη την εκδρομή.

27 Μαΐου του 2003, έρχεσαι στο σχολείο με άδειο το μηχανογραφικό σου και αντιγράφεις το δικό μου. Μου λες ότι το μέλλον σου είναι μόνο μαζί μου. Περνάμε στην ίδια σχολή, στην ίδια πόλη. Μένουμε μαζί και ποτέ δεν είχα στο μυαλό μου ενοίκια και άλλες τέτοιες υποχρεώσεις.

6 Ιουνίου του 2005, η μέρα πριν το τελευταίο μάθημα της εξεταστικής. Είμαι τρομερά αγχωμένη και το καταλαβαίνεις. Με παίρνεις από το χέρι και με πηγαίνεις στο μπάνιο όπου μου κάνεις το καλύτερο σεξ της ζωής μου. Εντελώς χαλαρή την επόμενη μέρα γράφω 8.

14 Αυγούστου του 2005, μου κάνεις έκπληξη και με πηγαίνεις ταξίδι στην Κωνσταντινούπολη που πάντα ήθελα να επισκεφθώ. Νιώθω τόσο όμορφα που με βγάζεις την φωτογραφία που έχεις μέχρι και σήμερα -και θα έχεις για πάντα- στο σαλόνι πάνω ακριβώς από την θέση της τηλεόρασης.

8 Σεπτεμβρίου του 2006, μετά από τον πρώτο μας μεγάλο καβγά για σημαντική αιτία -με έπιασες να μιλάω στο κινητό με έναν συμφοιτητή μας- σκέφτεσαι να φτιάξουμε τη λίστα. Ερχεσαι με ένα τετράδιο και μου ζητάς να γράψω κάθε όμορφη στιγμή που περάσαμε μαζί ενώ κι εσύ κάνεις το ίδιο. Αφού τελειώσουμε τις συγκρίνουμε και βλέπουμε ποιες είναι οι κοινές στιγμές. Αυτές τις γράφουμε ξέχωρα σε μια λίστα. Τις υπόλοιπες τις κόβουμε σε μικρά χαρτάκια και τα βάζουμε σε ένα κουτί. Κάθε φορά που θα χρειάζεται, θα διαβάζω τη λίστα για να θυμάμαι όλες τις ωραίες μας στιγμές.

3 Ιανουαρίου του 2007, ξεκινάμε για εκδρομή στο Πήλιο και στα μισά του δρόμου το αυτοκίνητο μένει από μηχανικό πρόβλημα. Θυμόσουν ότι είχαμε προσπεράσει ένα βενζινάδικο και ετοιμάστηκες να πας για βοήθεια γιατί το τηλέφωνο δεν είχε σήμα. Ο χειμωνιάτικος αέρας φυσούσε τόσο δυνατά που κουνούσε το αυτοκίνητο πέρα δώθε ενω έκανε αισθητή την παρουσία του και μέσα στο αυτοκίνητο που άρχισε να κρυώνει. Εβγαλες το μπουφάν σου, μου το έριξες στους ώμους, άνοιξες την πόρτα και ξεκίνησες, μόνο με την μάλλινη χριστουγεννιάτικη μπλούζα που σου είχα κάνει δώρο.

Τα βλέφαρά της την προδίδουν και κλείνουν. Η λίστα πέφτει από τα χέρια της και ακουμπάει φαρδιά στο πάτωμα. Ο λαιμός της έχει λυγίσει σε μια φανερά άβολη στάση αλλά εκείνος έχει από πριν ορίσει τις προτεραιότητες. Σηκώνει με ευλάβεια το χαρτί μπροστά από τα σχεδόν μελανιασμένα από το κρύο πόδια της και, αφού το τοποθετεί πίσω στο κουτί του και αυτό με την σειρά του στο πάνω ράφι της ντουλάπας, επιστρέφει στο σαλόνι. Την παίρνει αγκαλιά, την γδύνει, την σκεπάζει με τρεις κουβέρτες κι ένα πάπλωμα και την φιλάει με όλη τη στοργή που διαθέτει στο ζωηρό και σφιχτό λόγω της νεότητας και της θερμοκρασίας μάγουλο της. Δεν τον πειράζει που δε διάβασε όλη τη λίστα. Του αρκεί πως αποκοιμήθηκε με την σκέψη της σε αυτήν.

Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2013

ειδική μέρα

Κάθε φορά που πήγαινε να κοιμηθεί, λίγα δευτερόλεπτα αφού ξάπλωνε, όλες του οι αισθήσεις συμπυκνώνονταν σε μία: την ακοή. Τον ενοχλούσε ο παραμικρός θόρυβος. Οι συγκεντρωμένες πλέον αισθήσεις δημιουργούσαν μια υπέρ-αίσθηση που μπορούσε να ακούσει την παραμικρή σταγόνα νερό που έσταζε από τη βρύση στο ποτήρι που βρισκόταν από κάτω της, την απειροελάχιστη ηχώ της διαμάχης, για διαφορετική κάθε φορά συνάδελφο του συζύγου, του γειτονικού ζευγαριού, την αχνή βουή των περαστικών αυτοκινήτων που μετέφεραν επιβάτες λιγότερο νυσταγμένους από αυτόν, όσο μακριά κι αν ήταν. Μόνο όταν κατάφερνε να συγκεντρώσει 1 λεπτό απόλυτης ησυχίας ήταν έτοιμος να κοιμηθεί. Δεν είχε ψάξει ποτέ τον λόγο. Είχε πλέον συνηθίσει και ούτε που του περνούσε από το μυαλό. Είχε γίνει μια ρουτίνα, μια ιεροτελεστία χωρίς καμία αιτία, χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Εκτός από εκείνη τη μέρα. Εκείνη τη συγκεκριμένη μέρα φρόντιζε να βγάλει το ρολόι χειρός δίπλα ακριβώς από το προσκεφάλι του και να μετράει μαζί με τους δείκτες του τα δευτερόλεπτα να περνάνε. Έτσι η μέρα άλλαζε με εκείνον ξάγρυπνο και αφοσιωμένο τόσο πολύ στον ήχο του ρολογιού που του ακουγόταν εκκωφαντικός. Ήταν η μέρα της ονομαστικής του γιορτής.

Αν και δεν είχε λόγο και αιτία που τα συνηθισμένα βραδιά απαιτούσε ησυχία για να κοιμηθεί, την συγκεκριμένη εκείνη βραδιά είχε και από τα δύο για το ότι προσπαθούσε να παραμείνει ξύπνιος. Ήθελε απλά η μέρα να κρατήσει όσο το δυνατόν περισσότερο. Ήθελε να ζήσει ξύπνιος κάθε στιγμή της γιορτής του. Η καρδιά του συγχρονιζόταν με τα δευτερόλεπτα, η αναπνοή του το ίδιο. Ενιωθε το τρέμουλο του ενθουσιασμού να τον διαπερνά σε κάθε χτύπο, σε κάθε ανάσα, σε κάθε δευτερόλεπτο. Κι όμως, όλη αυτή η ξαφνική ενέργεια δεν μπορούσε να τον κρατήσει ξύπνιο. Το πάλευε με όλες του τις δυνάμεις, κάθε χρόνο γινόταν και καλύτερος, αλλά γνώριζε πως κάποια στιγμή θα λιποθυμούσε και θα παραδινόταν στον ύπνο. Μέχρι τότε ομως! Θα-- Ξυπνούσε το επόμενο πρωί χωρίς να νιώθει τύψεις που για άλλη μια χρονιά η κούραση τον νίκησε. Η σκέψη του ότι ξεδιπλωνόταν μπροστά του άλλες 365 μέρες στις οποίες θα μπορούσε να καταστρώσει μια στρατηγική που θα αποδεικνυόταν επιτέλους ικανή να τον κρατήσει ξύπνιο, δεν ήταν υπεύθυνη γι'αυτό. Υπεύθυνος ήταν ο παππούς του.

Ο παππούς του ήταν ένας κοτσωνάτος 75άρης με γαμψή μύτη και άγριο πρόσωπο αλλά μια απροσδιόριστη αύρα γλύκας και ζεστασιάς. Πόντιος στην καταγωγή, μεγάλωσε με τις εικόνες της προσφυγιάς μόνιμα στα παιδικά του όνειρα με τρόπο που τον σημάδεψαν για πάντα στη ζωή του. Ακουγε από όλους τα ίδια και μόνο αυτά. Τον σημάδεψαν. Τόσο ώστε να μη μπορεί να ξεφύγει από αυτά σε ολόκληρη τη ζωή του αλλά όχι τόσο ώστε να προσπαθεί να τα μεταλαμπαδεύσει στις επόμενες γενιές Ποντίων. Ο παππούς φρόντιζε οι ζωές και των τριών κοριτσιών του να κυλούν όσο το δυνατόν πιο εύρυθμα. Οταν τα κορίτσια του έμειναν δυο λόγω του θανάτου της γυναίκας του δεν την θρήνησε δευτερόλεπτο. Αφοσιώθηκε στα άλλα δυο με όλη του την ύλη αλλά με λειψό πνεύμα, αυτό που μοιραζόταν με την γυναίκα του. Η ματιά του άλλαξε, άδειασε, τα έβλεπε όλα μισά. Αλλά αγαπούσε όλο του το αίμα με ενέργεια. Πιο πολύ όμως αγαπούσε εκείνον. Ήξερε ότι το επώνυμό του θα πέθαινε μαζί του αλλά το όνομά του θα ζούσε μαζί με τον εγγονό. Και γι'αυτό τον φρόντιζε περισσότερο. Αλλά κι η αγάπη του εγγονού ήταν αμοιβαία. Το αποκορύφωμα μιας τόσο σημαντικής μέρας ήταν η συνάντηση με τον παππού. Ολα όσα παρεμβάλονταν ανάμεσα στη στιγμή που ξυπνούσε και στη στιγμή που βρισκόταν με τον παππού του ήταν ανούσια. Ολα τα δώρα από το πρώτο δώρο που θα έπαιρνε εώς και αυτό του παππού του ήταν ανούσια. Ολες οι ευχές που θα άκουγε από την πρώτη έως και του παππου του ήταν ανούσιες. Σχεδόν όλα τα άτομα που θα συναντούσε και θα του εύχονταν από το πρώτο μέχρι και τον παππού του ήταν ανούσια. Εκτός από εκείνον.

Ο πατέρας του, άνθρωπος δύστροπος και ιδιαίτερος ως προς την συμπεριφορά, ήταν ο μόνος που θα μπορούσε να τον επηρεάσει εκείνη τη μέρα. Συνήθως δεν τον έβλεπε καθόλου μιας και στο σπίτι καθόταν μόνο για φαΐ και ύπνο αλλά, για κάποιον περίεργο λόγο, πάντα συνέβαινε κάτι και οι δρόμοι τους θα διασταυρώνονταν εκείνη τη μέρα. Κι όμως, δεν ήταν η ανάγκη του γονιού να ευχηθεί στο παιδί του. Αιτία ήταν μια επέτειος που θα έπρεπε να τηρηθεί με ευλάβεια. Η επέτειος του θανάτου του δικού του πατέρα. Αν και μέθυσος, τεμπέλης και εντελώς αδιάφορος για τα παιδιά του, φαίνεται πως με κάποιο μαγικό τρόπο κατάφερε όχι μόνο να επηρεάσει τον γιο του και να του κληροδοτήσει όλες τις πτυχές του χαρακτήρα του αλλά και να τον αναγκάσει -μάλλον λόγω εσωτερικής ευθύνης- να μνημονεύει τον θάνατό του. Αυτός ήταν και ο λόγος που κάθε φορά που ο πεθερός του έφερνε δώρα εκείνος τα έσπαγε. Η προηγούμενη χρόνια όμως, θα ήταν η τελευταία που θα μάλωνε με τον γιο του για σπασμένα πλαστικά παιχνίδια.

Γύρισε αλαφιασμένος από το σχολείο με την καρδιά του να χτυπάει τόσο δυνατά που τίναζε την μπλούζα του μακρυά από το στέρνο. Η πόρτα ήταν μισάνοιχτη και δεν χρειάστηκε να ψάξει με τρεμάμενα χέρια στις τσέπες του για τα κλειδιά. Ο αέρας ήταν βαρύς, σαν να είχε μεταφέρει λόγια εξίσου βαριά και να καθηλώθηκε αμέσως μετά την παράδοση του μηνύματος αλλά δεν το πρόσεξε. Προχώρησε προς την κουζίνα λαχανιασμένος ακόμη από το τρέξιμο, ενθουσιασμένος από την επικείμενη συνάντηση. Ακουσε φωνές. Ήταν του πατέρα του.

- Τώρα μόνο θα μπορέσεις να με καταλάβεις! Τώρα μόνο θα καταλάβετε όλοι ότι τόσα χρόνια δεν ήμουν εγώ ο κακός που δεν σας άφηνα να γιορτάζετε! Τώρα που πέθανε ο κωλόγερος!

Αν τα δάκρυα λέγονται δάκρυα ακόμη κι όταν έχουν πλημμυρίσει τα μάτια αλλά δεν έχουν αρχίσει να βρέχουν τα μάγουλα, τότε τα δάκρυα έφταιγαν που ξεχώριζε πλέον παρά μόνο φιγούρες και περιγράμματα όσων έβλεπε. Οταν η μητέρα του είχε σηκωθεί από την καρέκλα που καθόταν, αυτός είχε ήδη χτυπήσει το πόδι του στο τραπεζάκι του καθιστικού προσπαθώντας να φύγει όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Οταν αυτή έφτασε στο καθιστικό, αυτός είχε ήδη φτάσει στην πόρτα. Οταν αυτή έφτασε στην πόρτα, αυτός είχε ήδη απομακρυνθεί τουλάχιστον μια ντουζίνα δρασκελιές. Οταν του φώναξε από το κατώφλι είχε ήδη συγκεντρώσει όλες του τις αισθήσεις στην ακοή όπως ακριβώς τα βράδια των άλλων, των συνηθισμένων ημερών στην προσπάθεια του να ακούσει το αυτοκίνητο του παππού του που θα πλησίαζε το σπίτι. Το μόνο που άκουσε όμως ήταν η αχνή φωνή της.

Θανάση.

Τετάρτη 16 Ιανουαρίου 2013

μόνο μια φορά


Αν και τις περισσότερες φορές στις στάσεις υπάρχει ένα υποτυπώδες στέγαστρο πλαισιωμένο από κάποιου είδους κάθισμα, σε αυτήν υπήρχε μόνο ο γνώριμος μπλε στύλος που υποδείκνυε ότι στο συγκεκριμένο σημείο υπήρχε όντως στάση. Φυσικά το καταλάβαινες πολύ εύκολα από τον σωρό χρησιμοποιημένων εισιτηρίων και τις ατέλειωτες γόπες στο έδαφος, ελλείψει κάδου ή οικολογικής νοοτροπίας από τους επιβάτες, όσο να πεις όμως χρειαζόταν κάτι πιο στέρεο, κάτι πιο σταθερό, κάτι που δεν θα εξαφανιζόταν με το πρώτο αεράκι ή με την τυχαία αγγαρεία του οδοκαθαριστή. Η έλλειψη αυτών των δύο βασικών χαρακτηριστικών μιας τυπικής στάσης στην συγκεκριμένη, αποδεικνυόταν ιδιαίτερα επώδυνη κάθε φορά που το δρομολόγιο αργούσε ή έβρεχε και για κακή του τύχη τώρα συνέβαιναν και τα δύο. 

Δεν έψαξε μέρος να κρυφτεί. Έτσι κι αλλιώς δεν υπήρχε απολύτως τίποτα το οποίο μπορούσε να χρησιμοποιήσει ως καταφύγιο ενάντια στις χοντρές ψιχάλες που τερμάτιζαν το μακρινό τους ταξίδι από κάποιο σύννεφο, στο σώμα του. Αλλά ήξερε ότι υπήρχαν άλλα, πιο σημαντικά κίνητρα γι' αυτή του την κίνηση. Η αδιαφορία και η ευχαρίστηση. Δεν τον ένοιαζε και το διασκέδαζε. Αν κάποιος τον έβλεπε να χαμογελάει ενώ πέφτουν πάνω του λίτρα βροχής, σίγουρα θα τον περνούσε για τρελό. Αυτό όμως δεν ήταν καν μέσα στο μυαλό του. Όπως επίσης δεν ήταν και η σκέψη ότι το λεωφορείο θα τον οδηγούσε σε ένα γραφείο με ένα μεγάλο στρόγγυλο τραπέζι στη μέση για την δεύτερη φάση μιας πολύ σημαντικής συνέντευξης για μία ακόμη σημαντικότερη δουλειά και πως η εμφάνισή του δεν θα ήταν η πρέπουσα. Το μυαλό του είχε γεμίσει με περίεργες σκέψεις που μόνο ένας άνθρωπος κάτω από δυνατή βροχή μπορούσε να δημιουργήσει. Απολάμβανε κάθε μικρή σταγόνα που προσπαθούσε να τρυπώσει όλο και πιο βαθιά στο περιτύλιγμα των ρούχων με στόχο το δέρμα του, διαπερνώντας με τη σειρά το μαύρο ημίπαλτο που του αγόρασε η μητέρα του στις εκπτώσεις, το μπλε σακάκι της ορκωμοσίας του, το λιγότερο μπλε πουκάμισο που πηγαίνει με το σακάκι, το πρώτο (ή δεύτερο, ανάλογα από που μετράει κανείς) κοντομάνικο βαμβακερό φανελάκι του και το δεύτερο (ή πρώτο) αμάνικο. Αν και ήθελε να διατηρήσει την αντικειμενικότητα του απέναντι στον αγώνα τους δεν τα κατάφερε. Υποστήριζε έκδηλα τις σταγόνες που ξεκινούσαν από τα μαλλιά του, περνούσαν το μέτωπό του γρήγορα, χωρίς να υπάρχει ούτε μία ρυτίδα για να τις καθυστερήσει, έφταναν στην μύτη και κατέληγαν στον θώρακα του. Ήταν αυτές που χωρίς καμιά αμφιβολία τον διασκέδαζαν περισσότερο οπότε το θεώρησε και λίγο ως ανταπόδοση της χαράς που του χάριζαν άθελα τους. Με έναν τέτοιο μικροσκοπικό αγώνα δύο εξίσου μικροσκοπικών σταγόνων ασχολούνταν όταν έφτασε Αυτή. Γι' αυτό και δεν την πρόσεξε μέχρι που ήρθε το λεωφορείο, μπήκαν μέσα και τον υπερασπίστηκε. 

Πάντα όταν κάποιος νομίζει ότι πάει, αυτό ήταν, έχει φτάσει στα όριά του, συμβαίνει κάτι που τα σπρώχνει παραπέρα, τα διευρύνει. Αυτό ακριβώς συνέβη και με Αυτήν. Αν και το μυαλό του ήταν ξεκάθαρα γεμάτο και απασχολημένο με την παρακολούθηση των άτυπων αυτών αγώνων, το ενδιαφέρον του για Αυτήν μπόρεσε, βρήκε τον χώρο, απλώθηκε, κέρδισε λίγο παραπάνω και σύντομα εξοστράκισε όλες τις προηγούμενες σκέψεις που αν δεν πίστευε ότι θα μείνουν για πάντα στο μυαλό του, πίστευε τουλάχιστον ότι θα έμεναν ως το τέλος της βροχής. Κόκκινα φουντωτά μαλλιά κουρεμένα με τρόπο που ήταν ανασηκωμένα από πίσω και άφηναν σε κοινή θέα τον υπέροχο λαιμό της όταν έβγαλε το κασκόλ με το που μπήκαν μέσα στο λεωφορείο. Φορούσε ένα μακρύ κόκκινο παλτό που κάτι του θύμιζε και του κινούσε ακόμη περισσότερο την περιέργεια γι' αυτήν, δύο αρβυλάκια μαύρα που τώρα τελευταία ήταν της μόδας, λευκά βαμβακερά γάντια και ασορτί κασκόλ. Ανάσανε με πολύ ευχαρίστηση όταν το έβγαλε και αν το θέαμα του λαιμού της δεν τον απορροφούσε τελείως θα αφιέρωνε μία δύο στιγμές για να αναρωτηθεί τι ήταν αυτό που της προκάλεσε αυτήν την άγρια ευχαρίστηση. Το πρόσωπό της δεν ήταν κάτι το ιδιαίτερο. Μία γαμψή μύτη μετρίου μεγέθους έκλεβε το βλέμμα που τύχαινε να την κοιτάξει παίρνοντας το μακριά από τα μικρά καφετιά μάτια που πάσχιζαν να κλέψουν έστω και λίγη από την προσοχή που η μύτη απολάμβανε με την βοήθεια έντονου μακιγιάζ. Τα μαγουλά της ήταν σκαμμένα τόσο όσο χρειάζεται για να σχηματιστούν οι απαραίτητες γωνίες για τον χαρακτηρισμό της ως ενδιαφέρουσα περίπτωση αλλά όχι κάτι παραπάνω ενώ τα χείλη της ήταν έντονα και σαρκώδη, η τέλεια αφορμή για κάποιο χυδαίο σχόλιο. Παρόλα αυτά, ακόμη δεν ήταν τίποτα το ιδιαίτερο. Ώσπου έγινε στην πορεία. 

"Και σου πάει η καρδιά να τον αφήσεις μόνο μέσα στη βροχή και στο κρύο;", είπε αυτή. 
"Και πως να τον βάλω μέσα στο λεωφορείο έτσι; Δεν βλέπεις πως είναι; Θα τα μουσκέψει όλα.", είπε ο οδηγός. 
"Δεν είναι ανάγκη να κάτσει σε κάθισμα, θα κάτσει όρθιος"
"Δεν γίνεται σου λέω κοπέλα μου, ποιος θα τα μαζέψει μετά τα νερά;"
"Αυτό σε πείραξε τώρα; Βρέχει έξω, δεν βλέπεις; Θες δεν θες θα γεμίσει νερά"
"Καλά κι εσύ, δεν είχες καμία ομπρέλα ρε αγόρι μου;"
Του έγνεψε όχι. 
"Τέλος πάντων, μπες αλλά θα κάτσεις όρθιος, εντάξει;"
Του έγνεψε ναι.

Οι πόρτες πίσω του κλείσανε και το λεωφορείο συνέχισε την πορεία του. Ο οδηγός συνέχισε να ακούει μουσική από ένα τρανζιστοράκι με ασυνήθιστα μακρουλή κεραία που έπαιζε παλιά λαϊκά, Αυτός συνέχισε να στραγγίζει όρθιος και Αυτή συνέχισε προς την πίσω μεριά του λεωφορείου και στην μοναδική άδεια θέση, αρκούμενη απλά σε ένα αμοιβαίο χαμόγελο που έλεγε πολλά περισσότερα από ένα ευχαριστώ. Αυτό που συνήθως ακολουθεί τέτοιες περιπτώσεις είναι η αμήχανη συζήτηση για το πόσο άδικο είχε ο ένας από τους δύο ακολουθούμενη από μία εξίσου αμήχανη προσπάθεια υποτυπώδους γνωριμίας. Αυτή δεν μπήκε καν στον κόπο να σκεφτεί με αυτόν τον τρόπο. Το κατάλαβε την στιγμή που χαμογέλασαν ο ένας στον άλλο και τα βλέμματα τους διασταυρώθηκαν. Δεν ήταν αφορμή για οτιδήποτε άλλο αυτή της η πράξη της υπεράσπισης ούτε εξυπηρετούσε κάποιον συγκεκριμένο σκοπό, έγινε απλά και μόνο επειδή ήταν δίκαιο  επειδή είχε την γνώση του ότι αυτό είναι το δίκαιο και την ενέργεια να το υπερασπιστεί. Τα κατάλαβε όλα από μία ματιά. Την αγάπησε. 

Αυτή κάθισε στην μοναδική άδεια θέση του λεωφορείου κοιτώντας προς τα μπροστά, Αυτός συνέχισε να την παρατηρεί χωρίς όμως να μπορεί να κοιτάξει τα μάτια της. Ευτυχώς. Δεν ήθελε να συμπεράνει κι άλλα πράγματα, ήθελε απλά να υποθέσει, να την πλάσει στο μυαλό του όπως αυτός ήθελε χωρίς να έχει κανένα απολύτως στοιχείο γι' αυτήν πέρα από τα μικρά κομμάτια πληροφορίας αυτά τα τελευταία λεπτά  Ο τρόπος που μίλησε στον οδηγό, το ντύσιμο και η εμφάνιση της γενικά, η χροιά της φωνής της, η αλληλοκατανόηση με ένα μόνο βλέμμα. Μόνο αυτά. 

Είναι προφανές πως προέρχεται από μία δυναμική οικογένεια. Και οι δύο της γονείς θα ασχολούνταν μάλλον με το εμπόριο ή πολύ πιθανόν με μία άλλη εργασία που θα είχε σχέση με την άμεση επαφή με πολύ κόσμο. Θα είχαν μεγάλη άνεση σε αυτήν την επαφή, άνεση την οποία κληροδότησαν στην κόρη τους. Άραγε σε τι άλλο την είχε βοηθήσει; Σε αποφυγή παρεξηγήσεων; Στην δημιουργία φίλων πανεύκολα  Στις συνεντεύξεις για δουλειά σαν κι αυτή στην οποία οδηγούνταν κι Αυτός; Τα ρούχα της έδειχναν ξεκάθαρα αυτοπεποίθηση. Δεν ήταν περιποιημένα και δεν είχαν καμία σχέση με το μακιγιάζ του προσώπου αλλά έδειχνε να μην τη νοιάζει. Αυτή είναι η πιο αγνή μορφή της αυτοπεποίθησης, η παντελής αδιαφορία του περιτυλίγματος. Τον μάγεψε απευθείας. Η χροιά της φωνής επιβεβαίωνε την εικόνα της δυναμικής γυναίκας που είχε αρχίσει να διαμορφώνεται σιγά-σιγά. Βραχνή, με άρθρωση που θα ζήλευαν πολλοί παρουσιαστές και έναν ιδιαίτερο χρωματισμό που τον έκανε να αισθάνεται ασφάλεια. Αυτό ήταν. Η ασφάλεια. Αυτήν είχε ανάγκη τώρα και Αυτή μπορούσε να του την παρέχει. Δεν υπήρχε περίπτωση να την αφήσει να φύγει. 

Αν και κατά βάθος ήξερε ότι στην ουσία ακολουθούσε την ιδεατή πλευρά της και όχι Αυτή την  ίδια συνέχιζε να περπατάει. Την λάτρευε. Λάτρευε κάθε τι που δημιούργησε και προσάρμοσε πάνω της. Κάθε πτυχή του χαρακτήρα της που η φαντασία του σχημάτισε. Κάθε ένα από τα συμπεράσματα που έβγαζε και καθόριζαν τον χαρακτήρα της. Ήταν η ιδανική γυναίκα. Ήταν τέλεια. Γι' αυτό και παραξενεύτηκε όταν την είδε να μπαίνει σε ένα ξενοδοχείο με-την-ώρα αντί για ένα μαγαζί με ακριβά ρούχα.

Παρόλα αυτά συνέχισε να είναι τέλεια. Συνέχισε να είναι τέλεια ακόμη κι όταν μπαίνοντας στο ξενοδοχείο ο ρεσεψιονίστ του είπε πως είναι τυχερός που πέτυχε στην αλλαγή βάρδιας και η κοπέλα θα ήταν φρέσκια και ξεκούραστη. Ακόμη κι όταν έβγαλε τα λεφτά από την τσέπη του και ανέβηκε τις σκάλες προς τα δωμάτια ακολουθώντας τον μεσήλικα ρεσεψιονίστ ενώ τα βρεγμένα ρούχα του ανέδιδαν μία μυρωδιά που ταίριαζε στην κλεισούρα των στενών διαδρομών. Ακόμη κι όταν τα ρούχα του τελικά χωρίστηκαν από το σώμα του και στέγνωναν πάνω σε μία καρέκλα στο γεμάτο βρώμα μπάνιο. Ήταν απόλυτα τέλεια ακόμη κι όταν το έριξε εκείνο το ίδιο βλέμμα του λεωφορείου καθώς κέρδιζε το ψωμί της ανακουφίζοντας τον από όλες τις σκέψεις που τον ταλαιπωρούσαν.