MathJax

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #υπάλληλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #υπάλληλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 26 Ιουνίου 2017

μαγικό φίλτρο

Όταν ο Γρηγόρης Σαμσίδης ξύπνησε ένα πρωινό και έβγαλε σέλφι, βρέθηκε στον καθρέφτη του μεταμορφωμένος σε χαριτωμένο σκύλο. Εντάξει, δεν είχε μεταμορφωθεί ολόκληρος, μόνο το πρόσωπό του. Τα δύο του υγρά μάτια κάλυπταν μεγάλο μέρος του προσώπου του ενώ τα αυτιά του έπεφταν τεμπέλικα στους κροτάφους του. Κάθε φορά που προσπαθούσε να ανοίξει το στόμα του δεν έβγαζε κάποιο ήχο αλλά τη γλώσσα του, που έμοιαζε σαν να γλύφει κάτι μπροστά της. 

Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2016

Είναι ο καραγκιόζης του καπιταλισμού, ηλίθιε



Ο τύπος αυτός, μιλάει συνέχεια, πάντα έχει κάτι να σου πει για την ζωή του. Και πάντα, όταν μιλάει, αναφέρεται σε μια παρελθοντική εμπειρία του. Αν είναι δυνατόν. Έχει βρεθεί σε τόσες πολλές καταστάσεις, όλες βαρετές. Η φωνή του είναι κουραστική. Χαμηλή μεν, αλλά στον ίδιο τόνο και άκρως αντί-αισθητική. Μονότονη. Εάν του πέσει λόγος για ταινίες, έχει δει, δήθεν, τα πάντα, τις πιο εμπορικές ταινίες που τις βλέπαμε στα δεκαοχτώ μας, άντε στα είκοσι δύο το αργότερο, και πωρωνόμασταν. Αυτός δεν πωρώνεται, απλά γουστάρει να έχει να πει για την ταινία. Είναι εύκολη πηγή υλικού για να έχει να λέει. Και φαίνεται όταν συστήνει ταινίες για να δει κάποιος ή μιλάει για αυτές. Τρώει δώδεκα η ώρα ακριβώς και φέρνει το φαγητό του στο γραφείο του και μυρίζει ολόκληρη η αίθουσα – που συστεγάζει πάνω από τριάντα άτομα – κατεψυγμένο νεκρό κρέας. Πολύ διεισδυτική οσμή. Φοράει κλασσικά, στρόγγυλα γυαλιά, έχει φαλάκρα και άρα ξυρίζει όλα τα μαλλιά να είναι κουλ, και μερικές φορές, βάζει κρέμα στα χέρια λίγο πριν σχολάσει! Χαιρετάει μόνο την ομάδα του, όταν έρχεται, αλλά όταν φεύγει, τους χαιρετάει όλους. Μια φορά είχε φέρει και την φωτογραφία της γυναίκας του και την είχε βάλει κάπου στο γραφείο του να την βλέπει. Προφανώς όχι μόνο αυτός.


Τις προάλλες μιλούσαμε με τον συνάδελφο μου για το ότι πάρκαρε στο Βόξχολ Γκάρντενς για να τον πάρει από εκεί ο τεχνίτης, ο Κόλιν και να πάνε μαζί στο Τσάινα Γουόκ, να δούνε τις κονσόλες των οροφών, των ανελκυστήρων. Το έκανε προφανώς για να μην πληρώσει το κοντζέστιον τσάρτζινγκ. Ε, πετάχτηκε ο τύπος σαν ελατήριο, και ντε και καλά να προσπαθεί να εξηγήσει στον Γκόρντον ότι υπάρχει τρόπος να πάει με το αμάξι από κάτι στενά και να γλυτώσει το τσάρτζινγκ, αλλά πάντα σύμφωνα με κάτι που είχε ακούσει από άλλους, και χωρίς να μπορεί να προτείνει, ποιος είναι ο δρόμος που θα μπορούσε να ακολουθήσει, ποια είναι η υπάρχουσα διαδρομή, εμπάσει περιπτώσει.  



….κάτι μυρίζει από δεξιά μεριά… σαν ψόφιο κρέας… 

Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2015

Χριστουγεννιάτικη ιστοριούλα


Μπήκαμε στο κλαμπ. Ήμαστε τυχεροί μιας και στην πόρτα δεν μας έπρηξαν τις μπάλες με τις λίστες και τις κρατήσεις. Μέσα είχε αρκετό κόσμο. Μια κύρια πίστα και μεγάλο μπαρ και αριστερά όπως μπαίνεις, μια γυριστή σκάλα που οδηγούσε στον ημιώροφο. Εκεί ανεβήκαμε τα σκαλιά. Η μουσική ήτανε εκκωφαντική, κακής ποιότητας σαν μουσική και έβγαινε από κακό ηχοσύστημα. Ευτυχώς που η δικιά μου δεν φόρεσε τελικά τη φούστα και έσκασε με παντελόνι. Δεν άξιζε τον κόπο. Οι δικοί μας ήταν όλοι πάνω στον ημιώροφο και, απ’ ότι φαινόταν, είχαμε σαράντα άτομα, δύο τραπέζια. Μας χαιρέτισαν όλοι. Ακόμα και αυτοί με τους οποίους δεν είχα αλλάξει ποτέ κουβέντα στο γραφείο. Χαιρετούσαν και την δικιά μου. Ευτυχώς, ντρεπόντουσαν να συζητήσουν μαζί μας. Ανάμεσά τους, ήτανε και μεγάλες ηλικίες που δεν ταίριαζαν με το όποιο κλαμπ, καλό ή όχι. Ένα-δυό φέραν μαζί τους τις γυναίκες τους, οι υπόλοιποι/πες, μπακούρια. Κρατούσαν τους συντρόφους σπίτι, το πιο πιθανό. Ο άλλος, παντελώς σιωπηλός στο γραφείο, με το ζόρι ένα καλημέρα και ένα καληνύχτα και στο κλαμπ, παρών. Ετοιμόρροπος, με μάλλινη μπλούζα, πουκάμισο από μέσα, γιακά, βαμμένα μαύρα μαλλιά, ινδός και η γυναίκα σπίτι. Τι ήρθε να κάνει. Υποτίθεται ότι είναι τραπέζι που κάνει το γραφείο. Καθίσαμε στο τραπέζι και σιγά-σιγά, άρχισαν να έρχονται και να κάθονται δίπλα μας ψάχνοντας προφάσεις για κουβέντα. Μα και κουβέντα που θέλαμε να κάνουμε, δεν μπορούσες, η μουσική ήταν πολύ δυνατά. Ήρθε και το φαγητό. Πιατέλες βασικά με σουβλάκια και τέτοια. Δεν μπορούσες να καταλάβεις τι κρέας ήτανε. Αν ήτανε κρέας, γενικότερα. Τσιμπήσαμε λίγο και σηκωθήκαμε να φύγουμε. Ένας από τους πιο ντροπαλούς ινδο-φερμένους, φάνηκε ότι ήταν σουρωμένος και μου φώναξε πως δεν έπρεπε να φύγω τόσο νωρίς. Στο γραφείο ντρεπόταν να μου πει κάτι παραπάνω από γεια, πως είμαι, κτλ. Και κατέληξε ότι εγώ ας έφευγα αλλά ας του άφηνα την δικιά μου. Τον κοίταξα, σοβαρευμένος. «Πλάκα κάνω, ηρέμησε» είπε γελώντας. «Ε, φυσικά πλάκα κάνεις, αυτό είναι το μόνο σίγουρο». Φύγαμε και τους αφήσαμε στην γιορτή τους. Την Δευτέρα, φωτογραφίες, κακό και όλοι μιλούσαν για την βραδιά. Σιωπηλά και ντροπαλά. Ο ινδο-φερμένος απ’ ότι φαίνεται, πρέπει να έκανε κι άλλες (μικρές) μαλακίες και τον ψιλοκοροϊδεύανε. Αλλά όχι μόνο αυτός. Και άλλοι. Συζητούσαν για τη βραδιά, και οι ισορροπίες ξαναγύρισαν στα παλιά. Με τους περισσότερους μούνγκα, και με μερικούς τα τυπικά.



Πέμπτη 18 Ιουλίου 2013

o υπάλληλος #4

την παρασκευή το πρωί ο δημήτρης έλειπε από την καθιερωμένη πρωινή συνάντηση μας και κανείς δεν είχε νέα του. πριν προλάβουμε να ανησυχήσουμε για το αν το αφεντικό είχε θυμηθεί τον παλιό του εαυτό τον είδαμε να έρχεται κρατώντας ένα απόκομμα από μια κατάθεση. το αφεντικό είχε γεμίσει τους λογαριασμούς μας. οι ζητωκραυγές κράτησαν όσο χρειαζόταν ώστε ο καθένας να καταλάβει πως αυτή η περιπετειώδης παρένθεση έφτασε στο τέλος της. η καθημερινότητα είναι και πάλι ο αγώνας ο οποίος πρέπει να κερδηθεί. η βαρετή καθημερινότητα. για έναν μήνα όλα κυλούσαν ρολόι. το αφεντικό ήταν χαρούμενο, οι εργάτες το ίδιο. μόνο εγώ είχα μονίμως την ίδια έκφραση. μου έλειπαν τα βλέμματα. τα φρύδια μου ήταν έτοιμα να γίνουν ένα ακριβώς πάνω από τη μύτη μου ώσπου το αφεντικό έληξε αυτή μου την δυσαρέσκεια. ήταν η πρώτη φορά που ενδιαφέρθηκε για την δουλειά μου και το πόσο αποτελεσματικά την κάνω. ενθουσιάστηκα. η ηχώ του “μπράβο” αντηχούσε στα αυτιά μου όλη μέρα, όλη νύχτα και όλο το πρωί της επόμενης. αντηχούσε τόσο δυνατά που σχεδόν δεν άκουσα τις άπειρες ερωτήσεις για το αν ξέρω που έχει χαθεί το αφεντικό. τόσο δυνατά που σχεδόν δεν αντιλήφθηκα τον θόρυβο που προκαλούσε η συγχρονισμένη μουρμούρα των εργατών. μόνο το βράδυ, όταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι μου, με τα μάτια μισάνοιχτα και τα χέρια απλωμένα όσο πιο ανοιχτά μπορούσα κατάφερα να κοπάσω την ηχώ, αντιλήφθηκα τι είχε συμβεί.

οι μέρες περνούσαν χωρίς το αφεντικό να φανεί. ο δημήτρης μας είχε δασκαλέψει να λέμε πως είχε φύγει για επαγγελματικό ταξίδι αν και όλοι μας γνωρίζαμε πως αυτό ήταν η μισή αλήθεια μπολιασμένη με άλλο μισό ψέμα. οι επισκέψεις του δημήτρη στο γραφείο του αφεντικού γινόταν όλο και συχνότερες ενώ και οι ερωτήσεις του για το οτιδήποτε γνώριζα ιδιαίτερα φορτικές. η συμπεριφορά του είχε αλλάξει αρκετά, τόσο που δεν έμπαινε καν στον κόπο να με φιλοφρονήσει με κάτι που νόμιζε πως άξιζε τις πληροφορίες που του έδινα όπως παλαιότερα. γι’ αυτό κι εγώ του έκρυβα πράγματα. δεν του έλεγα για το πως όλοι οι υπόλοιποι μιλούσαν πίσω από την πλάτη του. δεν του έλεγα για τα κατώτερης ποιότητας προϊόντα που τον προμήθευαν οι ψιλλιασμένοι προμηθευτές του. δεν του έλεγα για τον τύπο που επέμενε να παίρνει τηλέφωνο αρκετές φορές τη μέρα και να με ρωτάει για το πότε το αφεντικό μου θα πληρώσει τα χρέη του. ίσως αν το έκανα να γλύτωνα τον θάνατο. αλλά τότε δεν θα μπορούσα να ξέρω πως έχει γεύση κεράσι.

οι εργάτες αποφάσισαν για μια ακόμη φορά να σταματήσουν να δουλεύουν. όλοι ένιωθαν πως δουλεύουν για τον δημήτρη ενώ δεν θα έπρεπε. ο δημήτρης προσπάθησε να χρησιμοποιήσει την δυνατή φωνή του και την αποπροσανατολιστική ικανότητά του αλλά μάταια. το μόνο που κατάφερε είναι να αναγκάσει και τους υπόλοιπους να αρχίσουν να φωνάζουν. φώναζαν τόσο δυνατά που ούτε άκουσαν τους τρεις τύπους που μπήκαν μέσα στο γραφείο. πώς να τους ακούσουν όταν κι εγώ ο ίδιος δεν τους άκουσα αλλά τους αντιλήφθηκα όταν ένας από αυτούς κόλλησε την κάνη ενός πιστολιού στο αριστερό μου μάγουλο; κι όχι μόνο δεν τους άκουσαν όταν μπήκαν αλλά ούτε κι όταν μέσα σε 2 λεπτά είχαν φέρει τα πάνω κάτω σε όλο το γραφείο του αφεντικού ψάχνοντας για χρήματα. τη φορά αυτή όμως τους άκουσα εγώ. άκουσα ακριβώς τι με ρώτησε ο ένας από τους τρεις βγάζοντας την μαύρη κουκούλα που του έκρυβε το γεμάτο χαρακιές πρόσωπο. όπως άκουσα και ακριβώς το ποσό που τους χρωστούσε το αφεντικό μαζί με τους τόκους. όπως άκουσα και το πιστόλι του όταν εκπυρσοκρότησε και η σφαίρα έσχισε διαδοχικά τον αέρα, το μάγουλό μου, τα δόντια μου, τη γλώσσα μου και ξανά τα δόντια μου, το μάγουλό μου και τον αέρα πριν καρφωθεί στον πίνακα που πάντα ήθελα να κατεβάσω αλλά δεν είχα το θάρρος να το ζητήσω από το αφεντικό. δυστυχώς δεν άκουσα την δεύτερη σφαίρα που τρύπησε το στέρνο μου δυο δάχτυλα μακριά από την καρδιά μου.

ξεκαθάρισμα λογαριασμών είναι η φράση που ακούγεται περισσότερο από τα άτομα που με περιτριγυρίζουν. κρίμα, είναι άλλη μια λέξη που ακούγεται πολύ. δεν γνωρίζουν. δεν μπορούν να καταλάβουν. άραγε θα μπορέσει να διαβάσει κάποιος αυτές τι λέξεις; κι αν το καταφέρει, θα μετανιώσει για ό,τι είπε μπροστά μου; ίσως το κάνει. ίσως να θέλει κι αυτός να γευτεί τη γεύση κεράσι.

Κυριακή 14 Ιουλίου 2013

ο υπάλληλος #3

παρόλη την ζημιά που υπέστη, το αφεντικό συνέχισε κανονικά τη δουλειά προτιμώντας να διαγράψει από τη μνήμη του το συμβάν. μετέφερε το δίμετρο σώμα του με την ίδια ευκολία που το μετέφερε και πριν από τη ζημιά αν και το λογικό θα ήταν οι κινήσεις του να ήταν πιο βαριές. δεν έμοιαζε να τον ενοχλεί κάτι. ειδικότερα, δεν έμοιαζε να τον ενοχλεί τίποτα. μπορούσα να το καταλάβω με πολλούς τρόπους χωρίς καν να πει μια λέξη αλλά έγινε καταφανέστατο όταν ξεστόμισε μια φράση: “στις 15”. αυτή η φράση ακούστηκε Τρίτη, 2 Οκτωβρίου σε απάντηση στην ερώτηση των 3ων εργατών που μπήκαν με αρκετά νεύρα στο γραφείο του “γιατί δεν έχουμε πληρωθεί”. η φυσικότητα με την οποία την είπε έμοιαζε με άνθρωπο που τα έχει καλά με τον εαυτό του ανεξάρτητα από τις συνθήκες που επικρατούν γύρω του και που καταδεικνύουν το αντίθετο. ήταν προφανές πως λόγω της χασούρας και της άρνησης των τραπεζών να μας αυξήσουν την πίστωση δεν μπορούσε να πληρώσει τους μισθούς ή καλύτερα επέλεξε να δώσει τα χρήματα σε κάποιον άλλο λογαριασμό που είχε προτεραιότητα. για τις επόμενες 15 μέρες αυτή η φράση ήταν το κεντρικό θέμα συζήτησης όλων των εργαζόμενων στην εταιρεία και ειδικά του δημήτρη. μετά από αυτές τις 15 μέρες κεντρικό θέμα συζήτησης έγινε η φράση “την πρώτη του μηνός”.

Τρίτη 2 Ιουλίου 2013

ο υπάλληλος #2

ποτέ δεν υπήρξα μπροστάρης για οτιδήποτε. πάντα ακολουθούσα. μου έδινε μια ευχαρίστηση το γεγονός ότι εκπλήρωνα προσδοκίες κάποιου. μου έφτανε. δεν αποζητούσα το κάτι παραπάνω γιατί αυτό είχα ανάγκη. οι άνθρωποι κάνουν μεγάλα όνειρα. προσπαθούν να τα φτάσουν κι όταν δεν τα καταφέρνουν κατσουφιάζουν, πιστεύουν πως αφού δεν κατάφεραν αυτά τα οποία ονειρεύονταν δεν θα καταφέρουν τίποτε άλλο ή, ακόμη και όλα όσα κατάφεραν ήδη, δεν έχουν καμιά αξία. κανείς όμως δεν ξοδεύει λίγο χρόνο για να καταλάβει πραγματικά τι είναι αυτό που χρειάζεται. για να δει τις ανάγκες του εαυτού του κι όχι τις επίπλαστες που αναγκάζεται να θεωρεί ως στόχο. αλλά ακόμη κι αν το κάνει, εφόσον οι ανάγκες του δεν είναι κάτι το οποίο είναι αντικειμενικά αποδεκτό ή μεγάλο, το αλλάζει. νομίζει πως η πλήρωση έρχεται μόνο μέσα από την επίτευξη υψηλών στόχων. ντρέπεται να στοχεύσει για τα απλά. εγώ όχι. εγώ έχω ανάγκη από το μπράβο, από ένα συγκαταβατικό χτύπημα στην πλάτη, από το χαμόγελο της ικανοποίησης που προσφέρω σε κάποιον. δεν με νοιάζει αν ο στόχος που θέτω είναι μικροπρεπής, είναι αυτός που προσπαθώ να επιτυγχάνω και θεωρώ πως μέχρι τώρα το κάνω καλά. αλλά μόνο μέχρι τώρα.

Σάββατο 29 Ιουνίου 2013

ο υπάλληλος #1

θα ήθελα να μπορούσα να ξεκινήσω κάπως διαφορετικά. μια διαφορετική αφετηρία θα σήμαινε και εντελώς διαφορετικό μονοπάτι. όμως η ζωή μου έμαθε πως τις περισσότερες φορές που κάτι συμβαίνει με αυτόν τον τρόπο είναι για καλό. δεν ξέρω αν οι άλλες πιθανές πορείες που θα μπορούσα να ακολουθήσω θα μπορούσαν να με οδηγήσουν σε κάτι καλύτερο αλλά πάντα, όποιο μονοπάτι κι αν τελικά ακολουθήσω, ιδίως αν στην αρχή μου είναι δυσάρεστο, πάντα καταλήγω να το χαίρομαι και να επωφελούμαι από αυτό. εκτός από την συγκεκριμένη φορά. γιατί αυτή τη φορά θα ήθελα να ξεκινήσω κάπως διαφορετικά. γιατί αυτή τη φορά πέθανα.