Κάποτε υπήρχε ένας τύπος που ήταν στα καράβια, παλιά, πολύ
παλιά. Είχε γυρίσει τα πάντα, είχε πιάσει όλα τα λιμάνια, είχε δοκιμάσει
γυναίκες από όλες τις ράτσες, είχε ξοδέψει τη μισή του ζωή στο πέλαγος αλλά η
υπόλοιπη μισή άξιζε δέκα κανονικές ζωές, συμπυκνωμένες σε αγκυροβολήματα και
ζεστά, από τον προηγούμενο, κρεβάτια. Όταν επέστρεφε στο χωριό του μετά από
κάθε ταξίδι όλο το χωριό χαίρονταν. Χαιρόταν οι χωρικοί γιατί θα τους έφερνε ιστορίες
και εξωτικά πεσκέσια, χαιρόταν ο καφετζής στο καφενείο του οποίου μαζευόντουσαν
όλοι και ακούγανε τις ιστορίες, χαιρόταν ο μπακάλης που όλοι οι χωρικοί παίρναν
από αυτόν φαγητά για να τα πάνε στον ναυτικό σαν ευχαριστώ για τα δώρα που τους
έφερνε.