MathJax

Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2013

ειδική μέρα

Κάθε φορά που πήγαινε να κοιμηθεί, λίγα δευτερόλεπτα αφού ξάπλωνε, όλες του οι αισθήσεις συμπυκνώνονταν σε μία: την ακοή. Τον ενοχλούσε ο παραμικρός θόρυβος. Οι συγκεντρωμένες πλέον αισθήσεις δημιουργούσαν μια υπέρ-αίσθηση που μπορούσε να ακούσει την παραμικρή σταγόνα νερό που έσταζε από τη βρύση στο ποτήρι που βρισκόταν από κάτω της, την απειροελάχιστη ηχώ της διαμάχης, για διαφορετική κάθε φορά συνάδελφο του συζύγου, του γειτονικού ζευγαριού, την αχνή βουή των περαστικών αυτοκινήτων που μετέφεραν επιβάτες λιγότερο νυσταγμένους από αυτόν, όσο μακριά κι αν ήταν. Μόνο όταν κατάφερνε να συγκεντρώσει 1 λεπτό απόλυτης ησυχίας ήταν έτοιμος να κοιμηθεί. Δεν είχε ψάξει ποτέ τον λόγο. Είχε πλέον συνηθίσει και ούτε που του περνούσε από το μυαλό. Είχε γίνει μια ρουτίνα, μια ιεροτελεστία χωρίς καμία αιτία, χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Εκτός από εκείνη τη μέρα. Εκείνη τη συγκεκριμένη μέρα φρόντιζε να βγάλει το ρολόι χειρός δίπλα ακριβώς από το προσκεφάλι του και να μετράει μαζί με τους δείκτες του τα δευτερόλεπτα να περνάνε. Έτσι η μέρα άλλαζε με εκείνον ξάγρυπνο και αφοσιωμένο τόσο πολύ στον ήχο του ρολογιού που του ακουγόταν εκκωφαντικός. Ήταν η μέρα της ονομαστικής του γιορτής.

Αν και δεν είχε λόγο και αιτία που τα συνηθισμένα βραδιά απαιτούσε ησυχία για να κοιμηθεί, την συγκεκριμένη εκείνη βραδιά είχε και από τα δύο για το ότι προσπαθούσε να παραμείνει ξύπνιος. Ήθελε απλά η μέρα να κρατήσει όσο το δυνατόν περισσότερο. Ήθελε να ζήσει ξύπνιος κάθε στιγμή της γιορτής του. Η καρδιά του συγχρονιζόταν με τα δευτερόλεπτα, η αναπνοή του το ίδιο. Ενιωθε το τρέμουλο του ενθουσιασμού να τον διαπερνά σε κάθε χτύπο, σε κάθε ανάσα, σε κάθε δευτερόλεπτο. Κι όμως, όλη αυτή η ξαφνική ενέργεια δεν μπορούσε να τον κρατήσει ξύπνιο. Το πάλευε με όλες του τις δυνάμεις, κάθε χρόνο γινόταν και καλύτερος, αλλά γνώριζε πως κάποια στιγμή θα λιποθυμούσε και θα παραδινόταν στον ύπνο. Μέχρι τότε ομως! Θα-- Ξυπνούσε το επόμενο πρωί χωρίς να νιώθει τύψεις που για άλλη μια χρονιά η κούραση τον νίκησε. Η σκέψη του ότι ξεδιπλωνόταν μπροστά του άλλες 365 μέρες στις οποίες θα μπορούσε να καταστρώσει μια στρατηγική που θα αποδεικνυόταν επιτέλους ικανή να τον κρατήσει ξύπνιο, δεν ήταν υπεύθυνη γι'αυτό. Υπεύθυνος ήταν ο παππούς του.

Ο παππούς του ήταν ένας κοτσωνάτος 75άρης με γαμψή μύτη και άγριο πρόσωπο αλλά μια απροσδιόριστη αύρα γλύκας και ζεστασιάς. Πόντιος στην καταγωγή, μεγάλωσε με τις εικόνες της προσφυγιάς μόνιμα στα παιδικά του όνειρα με τρόπο που τον σημάδεψαν για πάντα στη ζωή του. Ακουγε από όλους τα ίδια και μόνο αυτά. Τον σημάδεψαν. Τόσο ώστε να μη μπορεί να ξεφύγει από αυτά σε ολόκληρη τη ζωή του αλλά όχι τόσο ώστε να προσπαθεί να τα μεταλαμπαδεύσει στις επόμενες γενιές Ποντίων. Ο παππούς φρόντιζε οι ζωές και των τριών κοριτσιών του να κυλούν όσο το δυνατόν πιο εύρυθμα. Οταν τα κορίτσια του έμειναν δυο λόγω του θανάτου της γυναίκας του δεν την θρήνησε δευτερόλεπτο. Αφοσιώθηκε στα άλλα δυο με όλη του την ύλη αλλά με λειψό πνεύμα, αυτό που μοιραζόταν με την γυναίκα του. Η ματιά του άλλαξε, άδειασε, τα έβλεπε όλα μισά. Αλλά αγαπούσε όλο του το αίμα με ενέργεια. Πιο πολύ όμως αγαπούσε εκείνον. Ήξερε ότι το επώνυμό του θα πέθαινε μαζί του αλλά το όνομά του θα ζούσε μαζί με τον εγγονό. Και γι'αυτό τον φρόντιζε περισσότερο. Αλλά κι η αγάπη του εγγονού ήταν αμοιβαία. Το αποκορύφωμα μιας τόσο σημαντικής μέρας ήταν η συνάντηση με τον παππού. Ολα όσα παρεμβάλονταν ανάμεσα στη στιγμή που ξυπνούσε και στη στιγμή που βρισκόταν με τον παππού του ήταν ανούσια. Ολα τα δώρα από το πρώτο δώρο που θα έπαιρνε εώς και αυτό του παππού του ήταν ανούσια. Ολες οι ευχές που θα άκουγε από την πρώτη έως και του παππου του ήταν ανούσιες. Σχεδόν όλα τα άτομα που θα συναντούσε και θα του εύχονταν από το πρώτο μέχρι και τον παππού του ήταν ανούσια. Εκτός από εκείνον.

Ο πατέρας του, άνθρωπος δύστροπος και ιδιαίτερος ως προς την συμπεριφορά, ήταν ο μόνος που θα μπορούσε να τον επηρεάσει εκείνη τη μέρα. Συνήθως δεν τον έβλεπε καθόλου μιας και στο σπίτι καθόταν μόνο για φαΐ και ύπνο αλλά, για κάποιον περίεργο λόγο, πάντα συνέβαινε κάτι και οι δρόμοι τους θα διασταυρώνονταν εκείνη τη μέρα. Κι όμως, δεν ήταν η ανάγκη του γονιού να ευχηθεί στο παιδί του. Αιτία ήταν μια επέτειος που θα έπρεπε να τηρηθεί με ευλάβεια. Η επέτειος του θανάτου του δικού του πατέρα. Αν και μέθυσος, τεμπέλης και εντελώς αδιάφορος για τα παιδιά του, φαίνεται πως με κάποιο μαγικό τρόπο κατάφερε όχι μόνο να επηρεάσει τον γιο του και να του κληροδοτήσει όλες τις πτυχές του χαρακτήρα του αλλά και να τον αναγκάσει -μάλλον λόγω εσωτερικής ευθύνης- να μνημονεύει τον θάνατό του. Αυτός ήταν και ο λόγος που κάθε φορά που ο πεθερός του έφερνε δώρα εκείνος τα έσπαγε. Η προηγούμενη χρόνια όμως, θα ήταν η τελευταία που θα μάλωνε με τον γιο του για σπασμένα πλαστικά παιχνίδια.

Γύρισε αλαφιασμένος από το σχολείο με την καρδιά του να χτυπάει τόσο δυνατά που τίναζε την μπλούζα του μακρυά από το στέρνο. Η πόρτα ήταν μισάνοιχτη και δεν χρειάστηκε να ψάξει με τρεμάμενα χέρια στις τσέπες του για τα κλειδιά. Ο αέρας ήταν βαρύς, σαν να είχε μεταφέρει λόγια εξίσου βαριά και να καθηλώθηκε αμέσως μετά την παράδοση του μηνύματος αλλά δεν το πρόσεξε. Προχώρησε προς την κουζίνα λαχανιασμένος ακόμη από το τρέξιμο, ενθουσιασμένος από την επικείμενη συνάντηση. Ακουσε φωνές. Ήταν του πατέρα του.

- Τώρα μόνο θα μπορέσεις να με καταλάβεις! Τώρα μόνο θα καταλάβετε όλοι ότι τόσα χρόνια δεν ήμουν εγώ ο κακός που δεν σας άφηνα να γιορτάζετε! Τώρα που πέθανε ο κωλόγερος!

Αν τα δάκρυα λέγονται δάκρυα ακόμη κι όταν έχουν πλημμυρίσει τα μάτια αλλά δεν έχουν αρχίσει να βρέχουν τα μάγουλα, τότε τα δάκρυα έφταιγαν που ξεχώριζε πλέον παρά μόνο φιγούρες και περιγράμματα όσων έβλεπε. Οταν η μητέρα του είχε σηκωθεί από την καρέκλα που καθόταν, αυτός είχε ήδη χτυπήσει το πόδι του στο τραπεζάκι του καθιστικού προσπαθώντας να φύγει όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Οταν αυτή έφτασε στο καθιστικό, αυτός είχε ήδη φτάσει στην πόρτα. Οταν αυτή έφτασε στην πόρτα, αυτός είχε ήδη απομακρυνθεί τουλάχιστον μια ντουζίνα δρασκελιές. Οταν του φώναξε από το κατώφλι είχε ήδη συγκεντρώσει όλες του τις αισθήσεις στην ακοή όπως ακριβώς τα βράδια των άλλων, των συνηθισμένων ημερών στην προσπάθεια του να ακούσει το αυτοκίνητο του παππού του που θα πλησίαζε το σπίτι. Το μόνο που άκουσε όμως ήταν η αχνή φωνή της.

Θανάση.

Τετάρτη 16 Ιανουαρίου 2013

μόνο μια φορά


Αν και τις περισσότερες φορές στις στάσεις υπάρχει ένα υποτυπώδες στέγαστρο πλαισιωμένο από κάποιου είδους κάθισμα, σε αυτήν υπήρχε μόνο ο γνώριμος μπλε στύλος που υποδείκνυε ότι στο συγκεκριμένο σημείο υπήρχε όντως στάση. Φυσικά το καταλάβαινες πολύ εύκολα από τον σωρό χρησιμοποιημένων εισιτηρίων και τις ατέλειωτες γόπες στο έδαφος, ελλείψει κάδου ή οικολογικής νοοτροπίας από τους επιβάτες, όσο να πεις όμως χρειαζόταν κάτι πιο στέρεο, κάτι πιο σταθερό, κάτι που δεν θα εξαφανιζόταν με το πρώτο αεράκι ή με την τυχαία αγγαρεία του οδοκαθαριστή. Η έλλειψη αυτών των δύο βασικών χαρακτηριστικών μιας τυπικής στάσης στην συγκεκριμένη, αποδεικνυόταν ιδιαίτερα επώδυνη κάθε φορά που το δρομολόγιο αργούσε ή έβρεχε και για κακή του τύχη τώρα συνέβαιναν και τα δύο. 

Δεν έψαξε μέρος να κρυφτεί. Έτσι κι αλλιώς δεν υπήρχε απολύτως τίποτα το οποίο μπορούσε να χρησιμοποιήσει ως καταφύγιο ενάντια στις χοντρές ψιχάλες που τερμάτιζαν το μακρινό τους ταξίδι από κάποιο σύννεφο, στο σώμα του. Αλλά ήξερε ότι υπήρχαν άλλα, πιο σημαντικά κίνητρα γι' αυτή του την κίνηση. Η αδιαφορία και η ευχαρίστηση. Δεν τον ένοιαζε και το διασκέδαζε. Αν κάποιος τον έβλεπε να χαμογελάει ενώ πέφτουν πάνω του λίτρα βροχής, σίγουρα θα τον περνούσε για τρελό. Αυτό όμως δεν ήταν καν μέσα στο μυαλό του. Όπως επίσης δεν ήταν και η σκέψη ότι το λεωφορείο θα τον οδηγούσε σε ένα γραφείο με ένα μεγάλο στρόγγυλο τραπέζι στη μέση για την δεύτερη φάση μιας πολύ σημαντικής συνέντευξης για μία ακόμη σημαντικότερη δουλειά και πως η εμφάνισή του δεν θα ήταν η πρέπουσα. Το μυαλό του είχε γεμίσει με περίεργες σκέψεις που μόνο ένας άνθρωπος κάτω από δυνατή βροχή μπορούσε να δημιουργήσει. Απολάμβανε κάθε μικρή σταγόνα που προσπαθούσε να τρυπώσει όλο και πιο βαθιά στο περιτύλιγμα των ρούχων με στόχο το δέρμα του, διαπερνώντας με τη σειρά το μαύρο ημίπαλτο που του αγόρασε η μητέρα του στις εκπτώσεις, το μπλε σακάκι της ορκωμοσίας του, το λιγότερο μπλε πουκάμισο που πηγαίνει με το σακάκι, το πρώτο (ή δεύτερο, ανάλογα από που μετράει κανείς) κοντομάνικο βαμβακερό φανελάκι του και το δεύτερο (ή πρώτο) αμάνικο. Αν και ήθελε να διατηρήσει την αντικειμενικότητα του απέναντι στον αγώνα τους δεν τα κατάφερε. Υποστήριζε έκδηλα τις σταγόνες που ξεκινούσαν από τα μαλλιά του, περνούσαν το μέτωπό του γρήγορα, χωρίς να υπάρχει ούτε μία ρυτίδα για να τις καθυστερήσει, έφταναν στην μύτη και κατέληγαν στον θώρακα του. Ήταν αυτές που χωρίς καμιά αμφιβολία τον διασκέδαζαν περισσότερο οπότε το θεώρησε και λίγο ως ανταπόδοση της χαράς που του χάριζαν άθελα τους. Με έναν τέτοιο μικροσκοπικό αγώνα δύο εξίσου μικροσκοπικών σταγόνων ασχολούνταν όταν έφτασε Αυτή. Γι' αυτό και δεν την πρόσεξε μέχρι που ήρθε το λεωφορείο, μπήκαν μέσα και τον υπερασπίστηκε. 

Πάντα όταν κάποιος νομίζει ότι πάει, αυτό ήταν, έχει φτάσει στα όριά του, συμβαίνει κάτι που τα σπρώχνει παραπέρα, τα διευρύνει. Αυτό ακριβώς συνέβη και με Αυτήν. Αν και το μυαλό του ήταν ξεκάθαρα γεμάτο και απασχολημένο με την παρακολούθηση των άτυπων αυτών αγώνων, το ενδιαφέρον του για Αυτήν μπόρεσε, βρήκε τον χώρο, απλώθηκε, κέρδισε λίγο παραπάνω και σύντομα εξοστράκισε όλες τις προηγούμενες σκέψεις που αν δεν πίστευε ότι θα μείνουν για πάντα στο μυαλό του, πίστευε τουλάχιστον ότι θα έμεναν ως το τέλος της βροχής. Κόκκινα φουντωτά μαλλιά κουρεμένα με τρόπο που ήταν ανασηκωμένα από πίσω και άφηναν σε κοινή θέα τον υπέροχο λαιμό της όταν έβγαλε το κασκόλ με το που μπήκαν μέσα στο λεωφορείο. Φορούσε ένα μακρύ κόκκινο παλτό που κάτι του θύμιζε και του κινούσε ακόμη περισσότερο την περιέργεια γι' αυτήν, δύο αρβυλάκια μαύρα που τώρα τελευταία ήταν της μόδας, λευκά βαμβακερά γάντια και ασορτί κασκόλ. Ανάσανε με πολύ ευχαρίστηση όταν το έβγαλε και αν το θέαμα του λαιμού της δεν τον απορροφούσε τελείως θα αφιέρωνε μία δύο στιγμές για να αναρωτηθεί τι ήταν αυτό που της προκάλεσε αυτήν την άγρια ευχαρίστηση. Το πρόσωπό της δεν ήταν κάτι το ιδιαίτερο. Μία γαμψή μύτη μετρίου μεγέθους έκλεβε το βλέμμα που τύχαινε να την κοιτάξει παίρνοντας το μακριά από τα μικρά καφετιά μάτια που πάσχιζαν να κλέψουν έστω και λίγη από την προσοχή που η μύτη απολάμβανε με την βοήθεια έντονου μακιγιάζ. Τα μαγουλά της ήταν σκαμμένα τόσο όσο χρειάζεται για να σχηματιστούν οι απαραίτητες γωνίες για τον χαρακτηρισμό της ως ενδιαφέρουσα περίπτωση αλλά όχι κάτι παραπάνω ενώ τα χείλη της ήταν έντονα και σαρκώδη, η τέλεια αφορμή για κάποιο χυδαίο σχόλιο. Παρόλα αυτά, ακόμη δεν ήταν τίποτα το ιδιαίτερο. Ώσπου έγινε στην πορεία. 

"Και σου πάει η καρδιά να τον αφήσεις μόνο μέσα στη βροχή και στο κρύο;", είπε αυτή. 
"Και πως να τον βάλω μέσα στο λεωφορείο έτσι; Δεν βλέπεις πως είναι; Θα τα μουσκέψει όλα.", είπε ο οδηγός. 
"Δεν είναι ανάγκη να κάτσει σε κάθισμα, θα κάτσει όρθιος"
"Δεν γίνεται σου λέω κοπέλα μου, ποιος θα τα μαζέψει μετά τα νερά;"
"Αυτό σε πείραξε τώρα; Βρέχει έξω, δεν βλέπεις; Θες δεν θες θα γεμίσει νερά"
"Καλά κι εσύ, δεν είχες καμία ομπρέλα ρε αγόρι μου;"
Του έγνεψε όχι. 
"Τέλος πάντων, μπες αλλά θα κάτσεις όρθιος, εντάξει;"
Του έγνεψε ναι.

Οι πόρτες πίσω του κλείσανε και το λεωφορείο συνέχισε την πορεία του. Ο οδηγός συνέχισε να ακούει μουσική από ένα τρανζιστοράκι με ασυνήθιστα μακρουλή κεραία που έπαιζε παλιά λαϊκά, Αυτός συνέχισε να στραγγίζει όρθιος και Αυτή συνέχισε προς την πίσω μεριά του λεωφορείου και στην μοναδική άδεια θέση, αρκούμενη απλά σε ένα αμοιβαίο χαμόγελο που έλεγε πολλά περισσότερα από ένα ευχαριστώ. Αυτό που συνήθως ακολουθεί τέτοιες περιπτώσεις είναι η αμήχανη συζήτηση για το πόσο άδικο είχε ο ένας από τους δύο ακολουθούμενη από μία εξίσου αμήχανη προσπάθεια υποτυπώδους γνωριμίας. Αυτή δεν μπήκε καν στον κόπο να σκεφτεί με αυτόν τον τρόπο. Το κατάλαβε την στιγμή που χαμογέλασαν ο ένας στον άλλο και τα βλέμματα τους διασταυρώθηκαν. Δεν ήταν αφορμή για οτιδήποτε άλλο αυτή της η πράξη της υπεράσπισης ούτε εξυπηρετούσε κάποιον συγκεκριμένο σκοπό, έγινε απλά και μόνο επειδή ήταν δίκαιο  επειδή είχε την γνώση του ότι αυτό είναι το δίκαιο και την ενέργεια να το υπερασπιστεί. Τα κατάλαβε όλα από μία ματιά. Την αγάπησε. 

Αυτή κάθισε στην μοναδική άδεια θέση του λεωφορείου κοιτώντας προς τα μπροστά, Αυτός συνέχισε να την παρατηρεί χωρίς όμως να μπορεί να κοιτάξει τα μάτια της. Ευτυχώς. Δεν ήθελε να συμπεράνει κι άλλα πράγματα, ήθελε απλά να υποθέσει, να την πλάσει στο μυαλό του όπως αυτός ήθελε χωρίς να έχει κανένα απολύτως στοιχείο γι' αυτήν πέρα από τα μικρά κομμάτια πληροφορίας αυτά τα τελευταία λεπτά  Ο τρόπος που μίλησε στον οδηγό, το ντύσιμο και η εμφάνιση της γενικά, η χροιά της φωνής της, η αλληλοκατανόηση με ένα μόνο βλέμμα. Μόνο αυτά. 

Είναι προφανές πως προέρχεται από μία δυναμική οικογένεια. Και οι δύο της γονείς θα ασχολούνταν μάλλον με το εμπόριο ή πολύ πιθανόν με μία άλλη εργασία που θα είχε σχέση με την άμεση επαφή με πολύ κόσμο. Θα είχαν μεγάλη άνεση σε αυτήν την επαφή, άνεση την οποία κληροδότησαν στην κόρη τους. Άραγε σε τι άλλο την είχε βοηθήσει; Σε αποφυγή παρεξηγήσεων; Στην δημιουργία φίλων πανεύκολα  Στις συνεντεύξεις για δουλειά σαν κι αυτή στην οποία οδηγούνταν κι Αυτός; Τα ρούχα της έδειχναν ξεκάθαρα αυτοπεποίθηση. Δεν ήταν περιποιημένα και δεν είχαν καμία σχέση με το μακιγιάζ του προσώπου αλλά έδειχνε να μην τη νοιάζει. Αυτή είναι η πιο αγνή μορφή της αυτοπεποίθησης, η παντελής αδιαφορία του περιτυλίγματος. Τον μάγεψε απευθείας. Η χροιά της φωνής επιβεβαίωνε την εικόνα της δυναμικής γυναίκας που είχε αρχίσει να διαμορφώνεται σιγά-σιγά. Βραχνή, με άρθρωση που θα ζήλευαν πολλοί παρουσιαστές και έναν ιδιαίτερο χρωματισμό που τον έκανε να αισθάνεται ασφάλεια. Αυτό ήταν. Η ασφάλεια. Αυτήν είχε ανάγκη τώρα και Αυτή μπορούσε να του την παρέχει. Δεν υπήρχε περίπτωση να την αφήσει να φύγει. 

Αν και κατά βάθος ήξερε ότι στην ουσία ακολουθούσε την ιδεατή πλευρά της και όχι Αυτή την  ίδια συνέχιζε να περπατάει. Την λάτρευε. Λάτρευε κάθε τι που δημιούργησε και προσάρμοσε πάνω της. Κάθε πτυχή του χαρακτήρα της που η φαντασία του σχημάτισε. Κάθε ένα από τα συμπεράσματα που έβγαζε και καθόριζαν τον χαρακτήρα της. Ήταν η ιδανική γυναίκα. Ήταν τέλεια. Γι' αυτό και παραξενεύτηκε όταν την είδε να μπαίνει σε ένα ξενοδοχείο με-την-ώρα αντί για ένα μαγαζί με ακριβά ρούχα.

Παρόλα αυτά συνέχισε να είναι τέλεια. Συνέχισε να είναι τέλεια ακόμη κι όταν μπαίνοντας στο ξενοδοχείο ο ρεσεψιονίστ του είπε πως είναι τυχερός που πέτυχε στην αλλαγή βάρδιας και η κοπέλα θα ήταν φρέσκια και ξεκούραστη. Ακόμη κι όταν έβγαλε τα λεφτά από την τσέπη του και ανέβηκε τις σκάλες προς τα δωμάτια ακολουθώντας τον μεσήλικα ρεσεψιονίστ ενώ τα βρεγμένα ρούχα του ανέδιδαν μία μυρωδιά που ταίριαζε στην κλεισούρα των στενών διαδρομών. Ακόμη κι όταν τα ρούχα του τελικά χωρίστηκαν από το σώμα του και στέγνωναν πάνω σε μία καρέκλα στο γεμάτο βρώμα μπάνιο. Ήταν απόλυτα τέλεια ακόμη κι όταν το έριξε εκείνο το ίδιο βλέμμα του λεωφορείου καθώς κέρδιζε το ψωμί της ανακουφίζοντας τον από όλες τις σκέψεις που τον ταλαιπωρούσαν.

Σάββατο 12 Ιανουαρίου 2013

η λέξη

- Ξέρεις ποια παροιμία σκέφτηκα μόλις σε είδα να έρχεσαι;
- Καλώς τα μάτια μας τα δυο;
- Κι αυτά που σκέφτηκα δύο είναι.

Παρασκευή 11 Ιανουαρίου 2013

ισότητα

- Είσαι μαλάκας.
- Αυτό ξαναπές το.
- Είσαι μαλάκας.
- Αυτό ξαναπές το.
- Είσαι μαλάκας.
- Αυτό ξαναπές το.
- Είσαι μαλάκας.
- Αυτό ξαναπές το.
- Είσαι μαλάκας.
- Αυτό ξαναπές το.
- Είσαι μαλάκας.
- Αυτό ξαναπές το.
- Είσαι μαλάκας.
- Αυτό ξαναπές το.

 επαναλαμβάνετε ad nauseam. ή ad buckingham αν προτιμάτε, το ίδιο είναι.

Τρίτη 8 Ιανουαρίου 2013

τσάπτερ ουάν

Ήταν από εκείνες τις ημέρες που τα τζιβανόχαρτα που μάζευε ευλαβικά όλες τις προηγούμενες θα εκπλήρωναν επιτέλους τον στόχο τους. Το χρειαζόταν. Δεν ήταν τόσο πολύ ότι το είχε ανάγκη, όχι. Η σχέση τους απείχε πάρα πολύ από το να χαρακτηριστεί εθισμού. Απλά το χρειαζόταν. Και το ρολόι του το χρειαζόταν αλλά κανένας δεν βρέθηκε να του πει ότι πρέπει να σταματήσει να το φοράει και να το κοιτάει συνεχώς όπως έγινε με τον καριόλη στη στάση λίγες μέρες πριν. Το λεωφορείο άργησε υπερβολικά χωρίς να ξέρει το λόγο -το θρι τζι δεν έπιανε εκεί για να έμπαινε και στο απεργίες.τζιάρ- και είχε αρχίσει να χάνει την υπομονή του. Στην προετοιμασία του 6ου τσιγάρου-αναμονής τα χέρια του έτρεμαν έκδηλα από την ανυπόφορη αναμονή. Δεν ήταν τόσο η αργοπορία ή το χάσιμο πολύτιμου χρόνου που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει πιο αποδοτικά αλλά η ασυνέπεια. Το τρέμουλο τον πρόδωσε και έριξε κατά λάθος τα τζιβανόχαρτα στο δρόμο. Ο τρόμος ζωγράφισε στο πρόσωπό του με μανία αφήνοντάς του μια σκληρή ρυτιδιασμένη όψη. Αφού τα μάζεψε όλα ένα-ένα με στοργή ένιωσε το βλέμμα ενός καθωσπρέπει κυρίου να ακουμπά τη βαριά του αύρα σε όλο του το κορμί. Σε λίγο άκουσε και τη φωνή του.

- Κόψτο.
- Με τα πόδια; Το σκέφτηκα αλλά είναι μακριά.

Αυτή τη φορά το λεωφορείο άργησε λιγότερο. Βρέθηκε να χτυπάει την πόρτα του μπαφόσπιτου αργοπορημένος μόνο σαράντα λεπτά. Πάντα αργούσε αλλά τις περισσότερες φορές ο άλλος  θα είχε ήδη αρχίσει να πίνει και δεν θα μπορούσε να υπολογίσει τον χρόνο. Αυτή τη φορά όμως ήταν ο ίδιος που κουβαλούσε τα τσιγάρα και για πρώτη φορά ήταν πολύ πιθανό να έπρεπε να αναγκαστεί να ακούσει την αναπόφευκτη γκρίνια. Δεν είχε ακούσει πως γκρίνιαζε ούτε μπορούσε να φανταστεί πως θα έκανε αλλά ήταν σίγουρος ότι μπορούσε να ζήσει χωρίς να το μάθει ποτέ. Εξω από την πόρτα δίστασε να χτυπήσει και μετάνιωσε που φορούσε το στενό του τζιν γιατί ήταν σίγουρος πως σε λιγάκι δεν θα χωρούσε. Η πόρτα άνοιξε μόνη της κι εκείνος εμφανίστηκε με ένα σημάδι στο αριστερό του μάτι. Ήταν εμφανές ότι τον περίμενε με το μάτι του καρφωμένο στο ματάκι της πόρτας. Εντάξει, ίσως αυτός να ήταν κομμάτι εθισμένος.

- Ηρθες από μακρυά;
- Μπα, ένα τσιγάρο δρόμος.

Με γουρλωμένα τα μάτια άρπαξε την θήκη του καπνού του και μέτρησε τα τσιγάρα. Ελειπε ένα. Του έριξε ένα βλέμμα αηδίας και κράτησε ένα για τον εαυτό του. Εφυγε προς το μέρος του σαλονιού όπου είχε ήδη ετοιμάσει τον χώρο απλώνοντας τις συνηθισμένες μαξιλάρες αφού είχε απομακρύνει τα, ξαφνικά, περιττά έπιπλα. Τον ακολούθησε και άφησε στο κέντρο όσα τσιγάρα είχαν απομείνει μετά την αναπάντεχη μοιρασιά. Εκείνος πήρε ένα και δεν του έριξε δεύτερη ματιά. Δεν αναρωτήθηκε δευτερόλεπτο τον λόγο για τον οποίο πρώτη φορά έκανε μόνος του τσιγάρο. Ισως ήταν και καλύτερα. Μέσα σε πέντε λεπτά είχαν τελειώσει το πρώτο. Μέσα σε αλλά δέκα το δεύτερο. Από εκεί και πέρα ο χρόνος σταμάτησε να είναι τόσο αντικειμενικός μεταξύ τους. Για το τρίτο κανείς τους δε θα μπορούσε να υπολογίσει πόση ώρα τους πήρε. Ο ένας όμως μπορούσε να υπολογίσει πόσες περισσότερες τζούρες νόμιζε ότι είχε κάνει ο άλλος. Μόνο ένας από τους δύο όμως είχε φτάσει πρώτος στο επίπεδο χαλάρωσης που προκαλεί χέσιμο. Αρπαξε το τσιγάρο και ξεκίνησε το μακρύ ταξίδι προς την τουαλέτα. Μπήκε, στρογγυλοκάθησε στην λεκάνη, τράβηξε μια παρατεταμένη τζούρα, άφησε τον καπνό να βγει από τα πνευμόνια του χωρίς να τον βοηθήσει καθόλου και έψαξε χώρο να αφήσει το τσιγάρο. Το ρολό χαρτί υγείας ακριβώς δίπλα του φάνηκε ως το καλύτερο στασίδι. Αντιλήφθηκε τον καπνό πολύ αργότερα από την έναρξη της φωτιάς. Απέμεινε καθισμένος θαρρείς υπνωτισμένος από την φλόγα που άρχιζε σιγά-σιγά να καίει και το πλαστικό που κρατούσε το χαρτί. Η μυρωδιά του καμένου τον ενόχλησε τόσο που σαν να ξύπνησε απότομα. Πήρε το τηλέφωνο του μπάνιου και άρχισε να καταβρέχει την εστία της φωτιάς. Η πόρτα άνοιξε και οι δύο κοιτάχτηκαν. Ο ένας με το τηλέφωνο να ρίχνει ακόμη νερό στο σβηστό πλέον χαρτί και ο άλλος να τον κοιτάζει αποχαυνωμένος, περιμένοντας το σήμα από τα μάτια να φτάσει στον εγκέφαλο και εκεί να μπορέσει να αποκτήσει νόημα, λογική σειρά, αιτία. Το πρώτο βήμα άργησε αλλά ολοκληρώθηκε. Στο δεύτερο τα παράτησε.

- Ρε μαλάκα, φτιάχνουμε ένα μπλογκ;
- Την συνταγή την ξέρεις;

Σάββατο 5 Ιανουαρίου 2013

Καπερναούμ

Η νύχτα ήταν όλαστρη και έδινε έναν ζεστό τόνο στο υπέροχο βράδυ που διένυε και που βρισκόταν ακόμη στην μέση του. Αγκαζέ, μια ύπαρξη που 3 ώρες, 4 σφηνάκια και 5-6 καμακοατάκες νωρίτερα δεν γνώριζε παρά μόνο από εξιστορήσεις φίλων, περισσότερο ψαγμένων από αυτόν είναι η αλήθεια, πως υπήρχε το είδος της. Με κάθε βήμα τους, είχαν πλέον συγχρονιστεί, τον τύλιγε όλο και με περισσότερη δύναμη από το μπράτσο δίνοντας για λίγη στιγμή στο ηλίθιο χιούμορ του την δύναμη να νικήσει την αυθεντική καύλα και να μπορέσει να τρυπώσει κάπου στην ιστορική αυτή βραδιά.

- Όταν καταφέρεις να μου το ξεκολλήσεις θα το πάρεις για σένα ή να το τυλίξω για δώρο;

Αγνόησε εντελώς την φράση, τον έσφιξε ακόμη περισσότερο και άρχισε να τον φιλάει προσπαθώντας να εκμηδενίσει την διαφορά των 10 εκατοστών που τους χώριζε. Του κάκου. Τα χείλη της έφταναν μέχρι τον λαιμό του κάτι που θα ευχαριστούσε και τους δύο αν δεν φορούσε το μαύρο μάλλινο κασκόλ που του είχε ράψει η γιαγιά του λίγες Πρωτοχρονιές πριν. Τώρα ευχαριστιόταν μόνο το, ακόμη, ηλίθιο χιούμορ του. Ας είναι. Συνέχισαν να περπατάνε προς το τσεκπόιντ του βενζινάδικου που ήταν ανοιχτό 24 ώρες ακόμη και την Πρωτοχρονιά. Δεν είχε επιβεβαιωθεί από κάποια εξωτερική πηγή αλλά από τον ίδιο, θα ήταν ανοιχτό επειδή το χρειαζόταν ανοιχτό. Στο μυαλό του έτρεχαν συνεχώς οι συμβουλές των φίλων του, ακόμη περισσότερο ψαγμένων από αυτόν, χωρίς έλεος. Δεν είχε πιει αρκετά ώστε να τις ξεχάσει. Χαμήλωσε το κεφάλι και προσπάθησε να ζηλέψει το μεθύσι της αγκιστρωμένης ακόμη από το χέρι του αλλά δεν τα κατάφερε. Ευχαρίστησε τον Άη Βασίλη για το γεγονός ότι δεν χρειαζόταν να την κουβαλάει και ανακήρυξε πως για φέτος είχαν κλείσει τα αλισβερίσια τους. Δυστυχώς όμως βιάστηκε. Ξαφνικά το βήμα της έχασε τον ρυθμό του δικού του και τα χέρια της χαλάρωσαν για πρώτη φορά σε ολόκληρη την διαδρομή. Ένιωσε το αίμα να βαδίζει ξανά μετά από ώρα στα γνώριμα κατά τα άλλα μονοπάτια του δεξιού του χεριού από τον αγκώνα και κάτω. Το χρησιμοποίησε για να την κρατήσει την ώρα που επέστρεφε στην φύση το δανεισμένο αλκοόλ μαζί με διάφορες άλλες ουσίες που μάλλον θα έπαιζαν τον ρόλο τόκων. Την σήκωσε μετά από αρκετή ώρα αλλά δεν κατάλαβε αν το έκανε επειδή εκείνη τελείωσε επιτέλους ή επειδή εκείνος σιχάθηκε να μυρίζει, απλά ήλπιζε να ταυτίζονταν χρονικά. Συνέχισαν να περπατάνε με τον ίδιο βηματισμό όπως πριν, μάλλον το άδειο πλέον στομάχι της τής έδινε περισσή δύναμη. Φτάνοντας επιτέλους στο βενζινάδικο, την άφησε να κάτσει σε μια καρέκλα βολικά τοποθετημένη στο σημείο στο οποίο θα χρειαζόταν σίγουρα ξεκούραση. Το βενζινάδικο όχι μόνο ήταν ανοιχτό γιατί το χρειαζόταν αλλά και η καρέκλα βρισκόταν στην συγκεκριμένη θέση για τον ίδιο ακριβώς σκοπό.

Μπήκε αποφασιστικά για να προμηθευτεί από εκείνα που θεωρητικά ένας άντρας πρέπει να κουβαλά πάντα μαζί του. Αλλά όσο κι αν έψαξε δεν βρήκε πουθενά. Την κοίταξε και άρπαξε ένα κουτάκι τσίχλες με γεύση μέντα κι ένα με γεύση δυόσμο πιο πολύ για να πείσει τον εαυτό του για την γεύση. Τότε ήταν που ρώτησε.

- Έχετε προφυλακτικά;

Ο υπάλληλος δεν θέλησε να μιλήσει καν σε κάποιον τόσο αγενή που δεν λέει ένα καλή χρονιά μέσα στις πρώτες 5 ώρες που έχει αλλάξει ο χρόνος και του έδειξε 2 δωδεκάδες κουτάκια προφυλακτικών μιας μάρκας που ήταν σίγουρος ότι τις φτιάχνουν οι γιατροί που πλουτίζουν από τις εκτρώσεις.

- Δεν έχετε άλλες;
- Γιατί, δεν σου φτάνουν αυτές;

Την πήδηξε έτσι κι αλλιώς.

Τετάρτη 2 Ιανουαρίου 2013

cathy gory theory



Θεωρία Κάτι Γοριών

Θα αρχίσουμε την παρουσίαση με έναν ορισμό.

Ορισμός 1 Οι Γορίες είναι φυτά με δύο χέρια και εβδομήντα-δύο φερμουάρ, εφοδιασμένα με την προφανή αλγεβρική δομή.

Η δράση των αιμοπηκτικών παραγόντων του αίματος του γουρουνιού* επάγει μία μετρικοποιήσιμη τοπολογία στις Γορίες, η οποία, καθ' ότι συμβατή με την αλγεβρική τους δομή, καθιστά τις Γορίες ομάδες Lie.

Ορισμός 2 Ασυναρτητής ονομάζεται μια συνεχής απεικόνιση με πεδίο ορισμού κάτι Γορίες και πεδίο τιμών τα απολεσθέντα μέλη αρχαιοελληνικών αγαλμάτων, διατηρούσα την αλγεβρική δομή.

Πόρισμα Τα απολεσθέντα μέλη αρχαιοελληνικών αγαλμάτων υπάρχουν.

Απόδειξη Εξ ορισμού, ο Ασυναρτητής είναι ένα-προς-ένα και επί.

*Λόγω της γενετικής συγγένειας του γουρουνιού με τον αστροναύτη, έχει διατυπωθεί η λεγόμενη Ουμανιστική εικασία, σύμφωνα με την οποία η δράση των αιμοπηκτικών παραγόντων του αίματος του αστροναύτη βράζει το νερό στους 92°C υπό κανονικές συνθήκες πίεσης και θερμοκρασίας.