MathJax

Σάββατο 11 Ιανουαρίου 2014

πρωινή καθυστέρηση στο μετρό

Πήγαινε καιρός από τότε που ο Γιάννης είχε βάλει στο μάτι ένα ζευγάρι σταράκια μποτάκια με μικρά λαμπερά καρφιά στα πλάγια. Ο μόνος λόγος για τον οποίο δεν τα αγόραζε ήταν το ότι δεν είχε δει να τα φοράει κανένας. Αυτό από μόνο του θα έπρεπε να είναι κίνητρο για να τα αγοράσει αλλά επέμενε πως όσο κι αν του άρεσαν έπρεπε να τα δει να "περπατιούνται" πριν κάνει την αγορά. Κι όμως, όλον αυτό τον καιρό δεν τα είδε σε κανένα πόδι. Δεν τα φορούσε κανείς. Εκείνη τη μέρα όμως, στο σταθμό της Νεραντζιώτισσας, κάποιος τα φορούσε. Απλά ο Γιάννης ήταν πολύ απασχολημένος να τα παρατηρήσει. Πέρασε αλαφιασμένος δίπλα από τον ψηλόλιγνο με τα δερμάτινα χωρίς να κοιτάξει τα πόδια του. Κι αυτό γιατί τον κυνηγούσε ένας ελεγκτής.
O Γιάννης έτρεχε σαν τρελός, χτυπώντας με τους ώμους του ακριβώς μπροστά από το στήθος του όσους τύχαινε να βρίσκονταν στο σταθμό και δεν είχαν προλάβει να παραμερίσουν. Με το βλέμμα δέκα μέτρα μακρυά, έβλεπε μόνο την κατεύθυνση που θα ακολουθούσε, υπολόγιζε τις επιλογές του, σχημάτιζε με το νου του την βέλτιστη διαδρομή ανάμεσα από τους επιβάτες. Μόνο που μόλις έφτανε στο σημείο για το οποίο είχε πριν καταστρώσει το προσεκτικό σχέδιό του το είχε ήδη ξεχάσει, με το μυαλό του να τρέχει ξανά δέκα μέτρα μακρυά. Ξωπίσω του, με περισσότερη ενέργεια από τον τυπικό σαραντάρη, ο Ελεγκτής τον ακολουθούσε επωφελούμενος από τις συγκρούσεις του Γιάννη με τους επιβάτες. Αυτός δεν ήταν ανάγκη να συγκρουστεί με κανέναν ασήμαντο. Κρατούσε όλη του την ενέργεια για τον Γιάννη.
Ο Γιάννης κατέβηκε τις σκάλες από το Μολ προς τον σταθμό λες και πετούσε. Πάτησε ένα κουλούρι που είχε ξεμείνει από το πρωί στο πάτωμα αλλά το βήμα του ήταν τόσο σταθερό που δεν παρρέκλινε καθόλου από την πορεία του. Πήδησε 5 σκαλιά μαζί και προσγειώθηκε σε ένα ζευγάρι που προσπαθούσε να ανέβει τις σκάλες. Πέσαν όλοι μαζί στο πλατύσκαλο αλλά ο Γιάννης σηκώθηκε πιο γρήγορα και από τους δύο. Στο δεξί του πόδι τυλίχτηκε το μακρύ μάλλινο κασκόλ της γυναίκας του ζευγαριού και τον εμπόδισε. Ο άντρας του ζευγαριού, ξαπλωμένος ακόμη, άρχισε να βλαστημάει και να παρακινεί όλους όσους βρίσκονταν στο σταθμό να κάνουν κάτι. Ένας από αυτούς πάτησε με το δεξί του πόδι το κασκόλ. Ο Γιάννης έπεσε τόσο βίαια πάνω στον δεξί του ώμο που ήδη μπορούσε να φανταστεί τον γιατρό να αναρωτιέται πως είναι δυνατόν να έχει συμβεί μια τόση άσχημη εξάθρωση ώμου. Γύρισε ανάσκελα στο πάτωμα και προσπάθησε να κοιτάξει πίσω του. Όλα ήταν θολά. Επικεντρώθηκε λίγο παραπάνω σε ένα σημείο και παρατήρησε τον ψηλό Ελεγκτή να έχει προσπεράσει το ζευγάρι που σκούπιζε τη σκόνη από τα ρούχα του και κατευθυνόταν προς το μέρος του. Δάγκωσε τα χείλη και σηκώθηκε.
Χτύπησε με μια νεαρή κοπέλα με πίρσινγκ στο δεξί φρύδι. Έσπρωξε έναν γέρο που με τη σειρά του έσπρωξε μια έγκυο επιρρεπή στις φωνές. Πήδηξε πάνω από τρεις παρατεταγμένες βαλίτσες μιας παρέας που κοίταζαν τα δρομολόγια και γλίστρισε όταν προσπάθησε να φρενάρει με το που πέρασε την είσοδο για τον προαστιακό. Αφού σύρθηκε για λίγο, σηκώθηκε και πήρε τις σκάλες προς τα κάτω. Ο Ελεγκτής μόνιμα κολλημένος πίσω του.
Δύο σκαλιά τη φορά. Μπορεί τρία; Το δοκίμασε. Πέτυχε. Τέσσερα; Τέσσερα! Χάρηκε. Έξι; Όχι, αλλά αν το τελευταίο είναι πλατύσκαλο. Ναι, αλλά χρειάστηκε και τα γονατά του. Το παντελόνι σχίστηκε. Ήταν από τα αγαπημένα; Όχι και τόσο. Δώρο πρώην; Όχι. Σφιχτό στη μέση; Όχι. Λεπτό; Ναι, δεν ήταν κατάλληλο ούτε για χειμώνα ούτε για καλοκαίρι. Και οι δύο γραμμές του σταθμού έχουν τρένα αυτή τη στιγμή. Πολύς κόσμος ανεβαίνει. Σηκώνεται όρθιος. Οι πολλοί άνθρωποι είναι υγρό. Το μπούγιο είναι υγρό και περνάει ανάμεσά του. Τα παπούτσια είναι έτοιμα να βγουν αλλά περπατάει σαν να είναι προετοιμασμένος να συνεχίσει ακόμη και ξυπόλητος. Αριστερά ή δεξιά; Σε ποιο τρένο; O Ελεγκτής δεν σκεφτόταν τίποτε από όλα αυτά.
Δεξιά. Οι πόρτες ίσα που κλείνουν και πάει να βάλει το χέρι του για να μη τις αφήσει. Δεν προλαβαίνει. Πατάει σαν μανιασμένος το κουμπί για να ανοίξουν αλλά αυτές παραμένουν κλειστές. Δύο, τέσσερις, δώδεκα, είκοσι φορές. Το βλέμμα του φτάνει μέχρι το πρώτο βαγόνι και τον καθρέφτη που βοηθάει τον οδηγό να βλέπει αν όλοι έχουν μπει με ασφάλεια στο τρένο. Δεν έχει χρόνο. Αν δεν ανοίξει αυτός τότε έπρεπε να είχε πάει αριστερά. Κάνει μεταβολή και τρέχει προς την απέναντι γραμμή. Μπροστά από τις σκάλες νιώθει ένα βάρος να πέφτει πάνω του με ορμή και μαζί ξαπλώνουν κάτω στο κρύο έδαφος. Ο Ελεγκτής έπεσε πάνω του.
"Νόμιζες ότι θα μου ξεφύγεις πάλι ρε μαλακισμένο;"
Ο Ελεγκτής σηκώθηκε από πάνω του και κάθισε στο πάτωμα σαν να ήταν καρέκλα. Τα πόδια του ήταν ακόμη πάνω στον Γιάννη.
"Το ξέρεις ότι μπήκα σε μεγάλο μπελά για να σε πιάσω ε;"
Ο Γιάννης, λαχανιασμένος, δεν απάντησε. Και μόνο που ενέπνεε, το σάλιο τού έκαιγε τον λαιμό. Δεν υπήρχε περίπτωση να μιλήσει. Ο ώμος του τον πέθαινε αλλά ήθελε να το κρύψει.
"Νομίζεις ότι έχω κανά κάλο στον εγκέφαλο και μ´ αρέσει να τρέχω για ψύλλου πήδημα; Το σιχαίνομαι. Αλλά για σένα έκανα μια εξαίρεση." 
Έβγαλε ένα άσπρο μαντήλι από την εσωτερική τσέπη του νάυλον μπουφάν του, συνηθισμένο στον ιδρώτα αλλά όχι σε αυτόν από σωματική άσκηση. Σκούπισε το μέτωπό του και τον δυνατό λαιμό του και το περιεργάστηκε για λίγο σαν να προσπαθούσε να βρει σημάδια αδρεναλίνης. Υπήρχαν μόνο στην φαντασία και στο αίμα του. 
"Σ' έχω βάλει στο μάτι ξέρεις" είπε σαν να απήγγειλε τον λόγο του μπάτσου μπροστά στον νονό που έχει περασμένα τα χέρια του σε χειροπέδες, "εδώ και πολύ καιρό. Επιτέλους."
Μόλις σιγουρεύτηκε ότι όλος ο κόσμος είχε φύγει, πήρε τα πόδια του από πάνω του.
"Γουστάρεις να σπας πλάκα στο μετρό ε;"
Ο Γιάννης δεν απάντησε.
"Εσύ δεν είσαι που φτύνεις ανάμεσα από τα σκαλιά προς τις κάτω σκάλες;"
Ξανά καμιά απάντηση. Ο Γιάννης είχε ήδη κάτσει με τα γόνατα ψηλά, κοντά στο σαγόνι του.
"Που κάνεις τον ελεγκτή;" τον ρώτησε εξερευνητικά, "Αν και με τέτοια μούτρα και με τέτοια ρούχα δεν νομίζω να το χάφτει κανείς."
"Μάλλον με μπερδεύετε." απάντησε ο Γιάννης που είχε σταματήσει να λαχανιάζει πολύ πιο γρήγορα από τον ελεγκτή.
"Δεν νομίζω." είπε κοφτά ο Ελεγκτής, "Είμαι σίγουρος ότι σε έχω δει να σπάς τζάμια και να σκίζεις ταπετσαρίες."
"Όχι μάλλον, σίγουρα με μπερδεύετε." απάντησε ο Γιάννης προσπαθώντας να σηκωθεί. Ο Ελεγκτής του χτύπησε τα πόδια.
"Άκου 'δω αλητάκο, δεν πας πουθενά. Θα φύγεις από δω μόνο όταν το θέλω εγώ."
"Φίλε πολλές ταινίες βλέπεις μου φαίνεται." είπε ο Γιάννης, "Δεν είσαι και ντετέκτιβ, ένας απλός ελεγκτής είσαι."
"Α έτσι ε; Κι εσύ ποιος είσαι;"
"Όχι αυτός που ψάχνεις."
"Δεν θα με βγάλεις τρελό εμένα!" φώναξε ο Ελεγκτής με όλη του τη δύναμη, "Ξέρω πολύ καλά ποιος είσαι!"
Ο Γιάννης, δείχνοντας με τις κινήσεις του πως ήταν αρκετά θυμωμένος, έβγαλε την ταυτότητά του από την τσέπη και του την έδειξε.
"Είμαι από την Ξάνθη! Πρώτη φορά έρχομαι εδώ, αποκλείεται να είμαι αυτός που ψάχνεις."
Ο Ελεγκτής έδειξε να εκπλήσσεται αλλά μετά από μια γρήγορη εξέταση της ταυτότητας την πέταξε απλά προς το μέρος του Γιάννη και πήρε ξανά το γνώριμο ύφος του.
"Αυτό δεν σημαίνει τίποτα. Όλοι όσοι μένουν εδώ έχουν ταυτότητες από μακρυά. Είμαι σίγουρος ότι είσαι εσύ. Γιατί έτρεχες όταν σε είδα;"
"Γιατί δεν έχω εισιτήριο, γιατί άλλο; Στην Ξάνθη βγάζουμε εισιτήριο μέσα στο λεωφορείο. Όταν μπήκα στο κωλομετρό σας δεν είχατε μηχάνημα."
"Ναι αλλά σε κυνηγάω από το Μολ."
"Που ξέρω 'γω τι κάνετε εδώ πέρα, μπορεί να με είχες σταμπάρει από πριν."
Ο Ελεγκτής είχε κοκκινίσει. Ήταν απόλυτα σίγουρος. Δεν μπορούσε να του τη χαρίσει. Του είχε ξεφύγει πολλές φορές στο παρελθόν.
"Αφού δεν το γλίτωσα κόψε μου το πρόστιμο να τελειώνουμε."
"Όχι ακόμη."
"Τι;"
"Όχι ακόμη."
"Δεν πας καλά εσύ."
Ο Γιάννης σηκώθηκε στηρίζοντας το σώμα του στο δεξί του χέρι ενώ με το αριστερό έσφιγγα τον δεξί ώμο του. Ο Ελεγκτής προσπάθησε να του ξαναχτυπήσει τα πόδια αλλά ο Γιάννης τον απέφυγε πολύ εύκολα. Καθώς περπατούσε μακρυά του ο Ελεγκτής σηκώθηκε και του φώναξε.
"Μισό λεπτό!"
"Κόψε το πρόστιμο να τελειώνουμε!"
"Στ΄ αρχίδια μου το πρόστιμο! Εσένα θέλω!"
Ο Ελεγκτής έβγαλε από την τσέπη ένα μικρό πλαστικό κύλινδρο, με ακτίνα γύρω στα δέκα εκατοστά, με έναν φακό στην μια μεριά και μια μικρή οθόνη στην άλλη. Κέντραρε στο πρόσωπο του Γιάννη και τον έβγαλε φωτογραφία.
"Τι κάνεις ρε;"
Ο Ελεγκτής δεν μίλησε. Τον κοίταζε με βλέμμα απλανές, σαν να ήταν η πρώτη φορά που αισθανόταν τόσο όμορφα με τον εαυτό του. Σε λίγες στιγμές το κινητό του χτύπησε. Το έλεγξε και γέλασε.
"Για δες!" είπε τεντώνοντας την φωτεινή οθόνη προς το μέρος του Γιάννη, "Δες εδώ και πες μου, δεν είσαι εσύ;"
Ο Γιάννης πλησίασε το τηλέφωνο και έριξε μια ματιά στην οθόνη. Μια φωτογραφία του από τον σταθμό στο Σύνταγμα. Έμεινε άναυδος.
"Ώστε στην Ξάνθη ε; Κι αυτός ποιος είναι; Παρ' το και δες! Ποιος είναι αυτός;"
Ο Γιάννης πήρε το τηλέφωνο στα χέρια του και το εξέτασε. Ο Ελεγκτής του έδειχνε ένα ι-μέιλ με αρκετές φωτογραφίες του, όλες την τελευταία εβδομάδα, από διάφορους σταθμούς. Στο τέλος του μέιλ ο αποστολέας είχε επισυνάψει ένα λογιστικό φύλλο. Ο Γιάννης το άνοιξε και είδε μια λίστα με τις ακριβείς ώρες άφιξης και αναχώρησης του από κάθε σταθμό που χρησιμοποίησε την τελευταία εβδομάδα. Τα 'χασε.
"Άρα δεν είσαι εσύ;" τον ρώτησε για ακόμη μια φορά ο Ελεγκτής με θολωμένο βλέμμα.
"Πού τα βρήκες αυτά;"
"Δεν σου άρεσαν οι πόζες; Κρίμα. Αλλά πίστεψέ με θα έχεις την ευκαιρία σου να βγεις καλύτερες στο τμήμα."
"Πού τα βρήκες αυτά; Αυτά είναι προσωπικές πληροφορίες." είπε ο Γιάννης καθώς ο τόνος της φωνής του γινόταν όλο και πιο ψηλός και λόγω του ότι είχε εκνευριστεί αλλά και γιατί ο Ελεγκτής έμοιαζε να μην τον άκουγε καθόλου.
"Θα σε θάψω." ψιθύρισε ο Ελεγκτής με αυταρέσκεια, "Θα σε θάψω τόσο βαθιά στην μπουζού που θα μείνεις εκεί για πάντα."
"Που τα βρήκες αυτά ρε μαλάκα;"
Η φωνή του Γιάννη αντήχησε σε όλο το σταθμό. Μόνο τότε ο Ελεγκτής ξύπνησε από τον λήθαργο και κατάλαβε τι είχε μόλις γίνει. Έβαλε τον κύλινδρο στην τσέπη του και πλησίασε τον Γιάννη για να πάρει πίσω το κινητό του. Ο Γιάννης απομακρύνθηκε.
"Δωσ' το πίσω." είπε ο Ελεγκτής ψυχρά, "Δωσ' το πίσω και δε θα σου κόψω πρόστιμο."
"Στ' αρχίδια μου το πρόστιμο! Ξέρεις τι έχετε κάνει εδώ;"
"Δωσ' μου το." συνέχισε ο Ελεγκτής στο ίδιο μοτίβο.
"Αποκλείεται!" πέρασε στην αντεπίθεση ο Γιάννης, "Με αυτό εδώ στα χέρια μου θα δούμε ποιος θα θάψει ποιον!"
Άρχισε να φωνάζει. Η Αττική Οδός, η αδρεναλίνη του, το τρένο που πλησίαζε. Έπρεπε να φωνάζει.
"Θα σας θάψω! Θα σας γαμήσω! Θα ξεσκεπάσω όλες τις μαλακίες που κάνετε! Τη γάμησες! Ακούς; Τη γάμησες!"
Ένα σπρώξιμο ήταν αρκετό. Ο Γιάννης δεν περίμενε ο Ελεγκτής να είναι τόσο σβέλτος. Με το αριστερό του χέρι ακόμη στον δεξί ώμο και το κινητό σφιχτά μέσα στην παλάμη του, ο Γιάννης βρέθηκε στις ράγες λίγο πριν το τρένο περάσει από πάνω του.
Την επόμενη μέρα μερικές χιλιάδες κόσμου δεν έφτασαν έγκαιρα στις δουλειές τους.

2 σχόλια:

για συνδέστε, για συνδέστε...